Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσέγγιση στο τίποτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσέγγιση στο τίποτα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

7/9/25

We are the stars of the firing line


Τον τελευταίο καιρό προσπαθώ να αξιολογήσω τα κιθαριστικά μέρη του Richard Oakes, αφού ανέλαβε τα ηνία μετά την αποχώρηση του, ομολογουμένως αδιανόητα ευρηματικού, απόλυτα αυτοδίδακτου, Bernard Butler. Δεν παίζει να υπάρχει άνθρωπος που δεν θα συμφωνήσει ότι ο πρώτος εξ' αυτών είναι κατά τι κατώτερος του δεύτερου. Ακόμα και ο Brett Anderson θα το παραδεχόταν, εντάξει, ίσως λίγο ανόρεχτα. 

Συνήθως για το τι θα γράψεις/συνθέσεις/δημιουργήσεις, ευθύνονται οι κατά καιρούς δάσκαλοί σου. Ο Bernard ας πούμε, έπιασε σε κάποια φάση μια κιθάρα και κάθισε και έβγαλε με το αυτί όλα τα τραγούδια των Smiths. Από μόνος του σχολείο ο Johnny Marr. Σίγουρα έβγαλε και μερικά άλλα, σε κάθε περίπτωση όμως είχε όλο τον χρόνο στη διάθεσή του να κάτσει να ταλαιπωρηθεί, να βρει "τον ήχο του", να τον μελετήσει και εν τέλει να τον μετουσιώσει σε κάτι δικό του. Μια ταυτότητα. 

Ο Richard πάλι, είχε δάσκαλο αυτόν που αντικατέστησε, υπήρξε εξαιρετικός μαθητής, αλλά το να παίξει τα μέρη αυτά, του ωδείου καθώς ήταν, υπήρξε εύκολο για εκείνον. Στα μόλις δεκαεπτά του δε, όταν τον ξεχώρισαν οι Suede και του έδωσαν τον ρόλο που τον ακολουθεί μέχρι και σήμερα, ήταν αδύνατο να του επιτραπεί να αναπτύξει μια προσωπικότητα στην εξάχορδη, ή έστω μια στοιχειώδη σχέση με τον εξοπλισμό του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν οι overdriven, ζαχαροfuzzy, τσιριχτές - οριακά εκνευριστικές - κιθάρες (αυτή η απαράδεκτη χρήση του flanger, απλά όχι, όχι, όχι) που ακολούθησαν το αριστούργημα με τίτλο Dog Man Star. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, αυτό που έκανε τους Suede "brit pop" και ίσως τους έσωσε κιόλας, ήταν η απώλεια του όγκου στις κιθάρες, που με σχετική ευκολία απέδιδε ο Butler, ακόμα και παίζοντας στις ψιλές χορδές. Κατέβασα κάτι ταμπλατούρες (ακόμα με ταλαιπωρεί το Animal Nitrate, το Wild Ones είναι άπιαστο όνειρο) και είναι εύκολο να εντοπίσει ακόμα κι ένας άσχετος (εγώ) πως το έκανε. Με μία καταδική του προσέγγιση, ακόμα και οι χορδές που δεν ακούγονται, παίζονται με τέτοιο τρόπο που ενισχύουν το wall of sound, κάτι που ακούγεται ακόμα κι αν δεν συνδέσεις την εξάχορδη στον ενισχυτή. Θεός ο τύπος.

Πηγαίνοντας μερικά, ψέματα, αρκετά χρόνια πίσω, ακολούθως και της προσφάτου ολοκλήρωσης του Coal Black Mornings, του πρώτου εκ των δύο αυτοβιογραφικών βιβλίων του Anderson, βρέθηκα κάπως στην εποχή που το MTV ήταν το μοναδικό μέσο, εντάξει, το κύριο μέσο επικοινωνίας μουσικών με το απειροκέφαλο θεωρητικά κοινό τους. Στις συνεντεύξεις αυτοκαταστροφικών μαλλιάδων από το Seattle, έσκασε σε κάποια φάση μία εύθραυστη παρουσία, που στα μάτια των νεαρών τηλεθεατών δεν θύμιζε τίποτα από το παρελθόν, δεν έμοιαζε σε τίποτα από το παρόν. Τη συνομιλία διέκοπταν μέρη από τα βίντεό τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, που, για καλή μας τύχη, είχαν αρκετά σκληρές κιθάρες, ώστε να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε. Θυμάμαι ακόμα και να υιοθετώ τη χωρίστρα του, για μικρή διάρκεια, περίπου μέχρι να φτάσω στο σχολείο και μέχρι το πρώτο διάλειμμα. Μήνες μετά στα εξώφυλλα των φυλλάδων στο περίπτερο με τα ξενόγλωσσα έντυπα, φιγουράριζε παντού η λέξη "britpop", περιγράφοντας μια σκηνή στα σπάργανα, αρκετά diverse ηχητικά στις αρχές της, όπως όλες οι άλλες που προηγήθηκαν αυτής. Η σχετική "χαρά" που την περιέγραφε (όχι τους Suede, που ουσιαστικά σηματοδότησαν την αρχή της) υπήρξε η έναρξη του πάρτυ για τους έφηβους των '90s, παρότι οι πρωταγωνιστές της δεν περνούσαν και πολύ καλύτερα από τους αμερικάνους συναδέλφους τους (μυθικό πρεζοζεύγαρο η Justine και ο Damon). Εκτός από τους Oasis, αλλά αυτοί δεν μετράνε γιατί αναίσθητοι βλάκες ήταν, αναίσθητοι βλάκες είναι. Τα δε τραγούδια τους είναι και τα πιο εύκολα για οποιονδήποτε θέλει να εντυπωσιάσει τα κορίτσια γύρω από τη φωτιά στην παραλία του Πλαταμώνα (ήθελε τέλος πάντων, τώρα ραπάρουν είτε ψυχαναλυτικές είτε μισογύνικες ρίμες, καθείς εφ' ω ετάχθη).

Στο μεταξύ, εντόπισα ότι είχα ξαναγράψει για τους Suede πριν από κάμποσα χρόνια, την εποχή των πολλών σχολίων και των αποσιωπητικών (...), με το δε κείμενο με βρίσκω σήμερα να διαφωνώ. Με το δεύτερο έργο της τετράδας έχει αλλάξει η σχέση μου πλέον, το βρίσκω αδιανόητα καλύτερο από το πρώτο και από ό,τι έβγαλαν γενικά. Όχι μόνο σαν σύνολο, αλλά και κάθε κομμάτι του ξεχωριστά. Σε άλλο άρθρο, έκραζα με παιδική αφέλεια το είδος που με τόση σιχαμάρα υπηρέτησαν. Μετά την παρακολούθηση 7 - 8 ντοκυμαντέρ, την ανάγνωση ισάριθμων βιβλίων για το ίδιο θέμα, τη θέαση του εσωτερικού ενός συρταριού ντουλάπας γεμάτου ριγέ μπλουζάκια τα οποία δεν με χωράνε πια αλλά τα κρατάω μπας και, έχω αναθεωρήσει, τουλάχιστον για αυτή τη βδομάδα. Τι σου είναι η ενηλικίωση, βρε παιδάκι μου.

Intermission: να υπενθυμίζουμε από καιρού εις καιρόν ότι η αυτοαναφορικότητα σκότωσε τα blogs γι' αυτό και συνεχίζουμε με τον ίδιο τρόπο, αποκλείοντας κάθε πιθανότητα ανάστασής τους. 

Πίσω στις εξάχορδες, και με όσο φιλότιμο τις βασάνισε ο Oakes στα '90s, ακόμα και το στήσιμο στη σκηνή του άλλου έπρεπε να αντγράψει ο κακομοίρης, φτάνουμε στο σήμερα, στην επανασύνδεση με τους παλαιούς του συντρόφους και συνκαταναλωτές ναρκωτικών ουσιών, all sobered up πλέον. Του δόθηκε, λοιπόν, από το 2010 (;), 2011 (;), η ευκαιρία να ξεπεράσει το είδωλό του, να λάμψει στις νέες συνθέσεις, αρκετές από τις οποίος υπογράφει ο ίδιος. Και τι κάνει; Παραμένει επαρκής. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Βεβαίως, τα μέρη του είναι δύσκολα, σχετικά περίπλοκα, αλλά καθόλου ευρηματικά. Δουλεύουν στη σύνθεση, καμία αντίρρηση, αλλά δεν ξεχωρίζουν, ο Anderson παραμένει ο μπροστάρης όλου αυτού, τα βλέμματα είναι μονίμως στραμμένα πάνω του, κανείς δεν ψήνεται να βγάλει το Filmstar στην κιθάρα μέχρι σήμερα. Ίσως αυτό να ήταν το σχέδιο μετά το κλείσιμο του Still life, να υπηρετηθεί το όραμα του βρετανικού τύπου, όλοι να δείχνουν κουλ ενδεδυμένοι τη Union Jack, το εξαγώγιμο προϊόν να είναι όσο το δυνατόν πιο ενιαίο και εύπεπτο. Είναι κι αυτός ο Neil Codling, στο μεταξύ, έχει μια φάτσα που είναι σαν να λέει συνέχεια "θα μπορούσαμε και καλύτερα". 

Να διευκρινίσω εδώ, ότι οι δίσκοι που ακολούθησαν την επανασύνδεση μου άρεσαν αρκετά, με απόλυτο peak το Blue Hour, όπου φάνηκε ότι έχουν ακόμα να δώσουν πολλά, μα πάρα πολλά στους τεθλιμμένους, αιώνιους και αιωνίως ταλαιπωρημένους έφηβους. Ακόμα κι ο φετινός, κι ας φλερτάρει με το post punk, το (non) είδος που λάτρευα και με έχει κουράσει όσο κανένα. 

Συνοψίζοντας, η αυταπόδεικτη ποιότητά τους, τους καθιστά τους μοναδικούς από τα υπέρλαμπρα βρετανικά αστέρια των '90s, που μπορούν να καυχηθούν ότι ακόμα και σήμερα έχουν "καριέρα". Οι Blur ακούγονται μπερδεμένοι, οι Pulp ολόιδιοι μα κουρασμένοι, τα αδέρφια από το Manchester εξίσου βαρετοί και τυχαίοι με τότε, μένει να προσπαθήσουν κι αυτοί να ξαναμπούν στο studio για να γελάσει επιτέλους και ο τελευταίος, αυτός που γελά καλύτερα από όλους.  

2/9/25

The Insects Have Been Shat On



Το τρέχον έτος παίζει να σημάνει την επανεκκίνηση της αγάπης μου για το Indie rock. Pop. Indie σκέτο. Εντάξει, στην κορυφή το τοπ (spoiler alert) πάλι The Armed θα έχει, εντούτοις οι κυκλοφορίες που εντάσσονται στο λαοφιλές είδος έχουν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον μου. Αλήθεια. Ούτε hardcore δυναμίτες, ούτε επανεκδόσεις reggae αριστουργημάτων, ούτε σύγχρονοι εκφραστές του Drum 'n' Bass. Μόνο κιθάρες γλυκούλικες, θεσπέσια φωνητικά και εξαιρετικοί στίχοι. Εν ολίγοις, αναστήθηκαν οι Pulp βλέποντας ότι ο ανταγωνισμός έχει δυσκολέψει τη φάση.

Πλέον των ανακαλύψεων, που δεν ήταν και λίγες, η χρονιά σημαδεύτηκε από επιστροφές πολυαναμενόμενες, με νέες προτάσεις και τα σχετικά. (Δεύτερο spoiler alert) Σχεδόν στο σύνολό τους απογοήτευσαν. Πρώτα και κύρια οι Wet Leg. Το δεύτερο πόνημά τους, τους βρίσκει κουρασμένους (αρνούμαι να βάλω @ στις καταλήξεις, γιατί είναι χαζό), με δύο (2) το πολύ μέτρια κομμάτια να προσπαθούν να σπρώξουν ένα σύνολο fillers με ψιλο-χάλια εξώφυλλο. Μετά, οι Tubs. Η ελιτίστικη indieλα του προηγούμενου album τους, επέστρεψε μονότονη, με κάτι ανθυποπροσπάθειες να διαφοροποιηθούν τα φωνητικά από τη σχολή των Wedding Present. Κρατώ μικρό καλάθι, βέβαια, ίσως με τον χρόνο να αλλάξω άποψη, γιατί κιθάρες που να πάρει, αλλά προς το παρόν στα Μέσα Μαζικής Συγκοινωνίας (εξαιρετική μέθοδος σύνταξης εμπεριστατωμένης κριτικής) το σύνολο δεν δουλεύει και είναι αρκετά ενδεικτικό της ποιότητας. Οι Franz Ferdinand - ω ναι - είχαν μια σχετικά ενδιαφέρουσα προτασούλα, αλλά το ότι αποφάσισαν να εντάξουν "ελληνικά" στοιχεία στον ήχο τους, μπορεί να τους έκαμε να ακούγονται exotic στις Αγγλετέρες, αλλά προσωπικά με ξενέρωσε σε βαθμό αηδίας. Ο Jim Bob των κάποτε Carter the Unstoppable Sex Machine έβγαλε δύο (!) δίσκους, νομίζω όμως ότι τα χρονάκια του του στέρησαν το οξύ από τους στίχους. Οι Suede στον τελευταίο δίσκο παίζουν post punk και ομολογώ ότι δεν με χάλασε καθόλου. Διάβασα και το πρώτο βιβλίο του Brett Anderson στις ολιγοήμερες διακοπές, άρα παίζει να είμαι λίγο προκατειλημμένος, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ. Τι άλλο; Των Allo Darlin' ήταν χαριτωμένο, όπως και των Stereolab, απλά δεν βλέπω το νόημα. Ίσως κάποιος άλλος να το χρειαζόταν. Έβγαλαν και οι Pulp το κατιτίς τους. Ας γράψει κανένας άλλος γι' αυτό καλύτερα. 

Σαν απόλυτο φως στους επιστρέφοντες, στέκεται το πρόσφατο έργο των Moonlandingz, προσωπικού οχήματος έκφρασης του Lias Saoudi των Fat White Family. Είναι τέλειο. Τόσο απλά. Θέλει να διώξει τους The Armed από την κορυφή. Σα δεν ντρέπεται. 


19/2/24

Dope Fiend


Είσαι γραφιάς για το μεγαλύτερο μουσικό περιοδικό της χώρας (όσο ανάξιο λόγου και να είναι αυτό σε παγκόσμιο επίπεδο), ταϊσμένος χρόνια με Oasis, Blur και τα δύο πρώτα των Pearl Jam. Από τους δίσκους που έρχονται σε κούτες, σου ανατίθεται να κριτικάρεις το When the kite string pops των Acid Bath. Η πιθανότητα να ξερνάς από τις συνεχείς ριπές με σκατά στον ανεμιστήρα μάρκας Post Grunge είναι πολύ μεγάλη. Δεν αντέχεις τους Creed, τους Nickelback, τους κλώνους των Rage Against The Machine που έρχονται τρέχοντας και χτυπάνε τόσο δυνατά την πόρτα που παίζει και να την γκρεμίσουν. Βαρέθηκες. Στην ντάνα δε, σε περιμένει και το καινούριο των NOFX. Η κατάθλιψη είναι μια πραγματικότητα. Θες να τελειώνεις.

Οι κιθάρες είναι αυτό το '90s πράγμα, απλωμένες στα μεσαία, τα μπάσα είναι χαμηλά (τικάρεις το κουτάκι: metsol), τα φωνητικά έχουν ένα ενδιαφέρον, βέβαια δεν έχεις ιδέα τι είναι το crust, τους Neurosis τους θυμάσαι να αναφέρονται σε μια συνέντευξη των Green Day, τους σιχαίνεσαι κι αυτούς που να πάρει, τα ντραμς είναι πότε γρήγορα, πότε αργά, σχετικά χαμηλά στη μίξη. Βασανίζεσαι. Δεν το βάζεις να παίξει δεύτερη φορά, "από αυτά τα στόνερ που ακούει η νεολαία είναι, απλά πιο μεταλλάδες", το βαθμολογείς με ένα 3; Ένα 4; Είναι καλοί μουσικοί, άρα ίσως να άξιζε ένα 6; 5 και πολύ τους είναι. Το τεύχος πάει τυπογραφείο, συνεχίζεις τη ζωή σου.

Το έργο στο μεταξύ συνεχίζει το ταξίδι του, η μπάντα κάνει περιοδείες, βιώνει την τραγωδία, διαλύεται, αλλά η μουσική βρίσκει τον δρόμο της. Συνειδήσεις διευρύνονται, κόσμος μαγεύεται, φτάνουμε στο σήμερα και είναι ένας από τους δίσκους/οδηγούς για το sludge, ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα σήμερα, απ' αυτά που εξελίσσονται ακόμα, που η νοσταλγία δεν έχει αγγίξει, με Thou, The Body να συνεργάζονται με όποιον έχει φωνητικές χορδές, να θεωρούνται οι Velvet Undergound του σύγχρονου σκληρού ήχου. Και να έχουν μεγαλώσει με Acid Bath. 

Σκαλίζεις τα γραφόμενά σου προ ετών, πέφτεις πάνω στην κριτική σου, δεν ξέρεις πόσο λάθος έκανες, πόσο δεν πήρες γραμμή τι συνέβαινε, πόσο μπροστά δεν έβλεπες. Είσαι ελιτιστής, indie κέτσι. Με κάτι παρωπίδες ίσα με τις αυτάρες σου. Κλείνεις το τεύχος. Είναι Κυριακή και Δευτέρα πρέπει να ξαναπάς δουλειά.

2/9/23

Everything's Glitter

 

Το ανήκειν κάποτε κλεινόταν σε όρια, μεταξύ άλλων, και από το είδος μουσικής που επίλεγε κάποιος να ακούει. Έπιανε το genre του, ντυνόταν όπως οι κύριοι εκφραστές του και μέσω αυτής της εκδήλωσης παρουσίας, συναντούσε τη φυλή του και χωνόταν μέσα της. Και έκανε φίλους, έτρωγε τον γκόμενο της κολλητής της, γινόταν λιώμα, πάντοτε μέσα στους ήχους της επιλογής του/της. 

Αυτό άρεσε στις δισκογραφικές μέχρι που δεν άρεσε πια. Δεν τους αρκούσε που οι γκοθάδες κρυφοάκουγαν Jimmy Sommervile και οι μέτσαλοι καψουρεύονταν ό,τι κινούνταν στο video του 'Freedom' του George Michael. Έβγαλαν το Judgment Night Soundtrack όπου οι Pearl Jam συνεργάστηκαν με τους 2 Live Crew ή κάτι τέτοιο, σχηματοποιώντας σταδιακά το έκτρωμα του Nu Metal. Φταίνε και οι Helmet. Όχι, κυρίως αυτοί φταίνε. Οι Helmet είναι ο διάβολος.-

Σιγά σιγά οδηγηθήκαμε στον θάνατο του Genre, όπου πλέον σκυλούδες μοστράρουν περισσότερα tattoo κι από μέλος της Yakuza, τα οποία περιτυλίγουν με χαμηλοκάβαλα Jeans και χρυσές γόβες με μπριγιάν. Απαίσιο από κάθε άποψη, πρέπει να δίνουμε σημασία στα υποδήματα περισσότερο κι από τους λεκέδες από κέτσαπ σε άσπρα ρούχα. Τα παπούτσια είναι ο Μεσσίας.-

Whatever happened to my Rock'n'Roll, θα αναφωνούσε κάποιος που είχε πέσει σε κώμα γύρω στο 2010 και ξύπνησε φέτος. Εξελίχθηκε, φίλε μου, πέταξε τα δερμάτινα, πήγε λίγο γυμναστήριο, αντάλλαξε τα ναρκωτικά με το tik tok, βαρέθηκε την πολιτική, γάμησέ τα, κατάφερε να μπερδέψει το φεμινιστικό κίνημα, δεν ξέρει κι αυτό τι να βάλει πια. Ναι, ναι, μην ξανασηκώσεις τη μοϊκάνα σου, άκου λίγο τι έχει γίνει με το αγαπημένο σου είδος (το παρόν ιστολόγιο δυσκολεύεται μετά από τόσα χρόνια να παρακολουθήσει τα υπόλοιπα, σόρρυ κιόλας), δεν μοιάζει και πολύ με UK Subs πλέον, είναι κάτι άλλο. Όχι, όχι, δεν είναι μόνο οι λυκοφιλίες τα αναμενόμενα, Post Rock, Metsol κλπ., αυτά τα πρόλαβες. Πάει αλλού η φάση πια.

Ας ξεκινήσουμε από τη μεγάλη εικόνα: η μουσική βιομηχανία, όντας ακριβώς αυτό, μια μηχανή που τρέφεται από τον ιδρώτα του εργάτη, από την αρχή της προσπαθούσε να μειώσει το εργατικό κόστος. Τι εννοώ. Τα πολύ παλιά τα χρόνια, τεράστιες ορχήστρες γέμιζαν δωμάτια, μόνο οι πλούσιοι είχαν πρόσβαση σε αυτά. Τα νεότερα παλιά χρόνια είχες τις Jazz Big Bands, με τον χρόνο και αυτές άρχισαν να συρρικνώνονται, πρώτα έδιωξαν τη δεύτερη τρομπέτα, το τριακοστό πέμπτο σαξόφωνο, ο κιθαρίστας δεν χρειαζόταν, οι τραγουδιστές όλοι πέθαιναν από πρέζα. Από πενηνταμελείς κατέληξαν κουαρτέτα και τρία. Η ροκ μπάντα μετρίασε κάπως το μέγεθος σε τρία έως πέντε άτομα, ακόμα όμως και οι σόλο καλλιτέχνες ήθελαν ένα σχήμα να τους συνοδεύει στις συναυλίες τους, αααρρργγκχχχχχ, εργατικό κόστος, ω, πόσο βασανίζεις τη μουσική βιομηχανία. Τα μικρά δεν αγοράζουν πια CD, δεν κατεβάζουν καν, streamάρουν, ναι, δώσε μας τα φώτα σου, βιομήχανε, μας παρέχεις τραγουδοποιούς, στήνουν τις συνθέσεις τους στο PC, γράφουν μόνοι τους στίχους, ήχους, όλα. Χώνουν ένα εξωτερικό καλώδιο σε ένα λάπτοπ και κάνουν karaoke μπροστά σε δεκάδες κόσμου, δεν χρειάζονται καν μπαλέτα να τους πλαισιώνουν, αξιοποιούν τον κώλο που τους έδωσε η φύση προς τέρψη του φιλοθεάμονος κοινού, μουσικοβιομήχανε, επιτέλους τα κατάφερες. Σκότωσες τα μεροκάματα, τα αχρήστευσες, έφερες το όλο στα μέτρα σου, δεν υπάρχει μπάντα, δεν υπάρχει συλλογική δημιουργία, τα μικρούλια ξέρουν ότι η μόνη συνταγή για την επιτυχία είναι ένα μοναχικό πλάσμα με ένα μικρόφωνο και αστεία γυαλιά, προσκυνώ τη μεγαλοφυία σου, βιομήχανε.   

Αλλά για μια στιγμή, τι είναι αυτό; Κάτι γράφει στο Brooklyn Vegan. Ωθεμου, έχει punk section, μιλάει για κάτι Turnstile, κάτι The Armed, Gel, Geld, Drug Church, Zulu τα μικρά τα διαβάζουν, πηγαίνουν στα live, οι Death Grips τα φταίνε όλα, δεν το έλεγα για τους Death Grips; Για περίμενε, δεν τους ησύχασε η επανεμφάνιση του Post Punk; Τι εννοείς το παρακολουθούν μόνο σαραντάρηδες; Στο μεταξύ, δες τις μπάντες, δεν αποτελούνται μόνο από θυμωμένα λευκά αγόρια, έχει κι άλλα χρώματα μέσα (μήπως φταίνε οι Blood Brothers τελικά;), άλλα φύλα, ω γαμώτο, η μουσική τους έχει και ενδιαφέρον. Δεν περιορίζεται από τη βασική συνταγή, αρκετές φορές δεν είναι καν γρήγορη, ας το σταματήσει κάποιος, δως τους περισσότερο reggaeton, κι άλλο σεξισμό, τσίτωσε τον μισογυνισμό, κάνε κάτι, βιομήχανε, δεν σταματάει αυτό εδώ, τα μικρούλια το γουστάρουν, αχ, έπρεπε να το δεις να έρχεται, μεγάλωσαν με Slipknot, βιομήχανε, τα μεγαλύτερα ξαδέρφια τους φταίνε, τι περίμενες; Θα έψαχναν κάτι στο σήμερα για να εκφράσει το μπέρδεμα που έχουν στο κεφάλι τους, δεν μπορείς να κάνεις stagediving με Trap, τι να σου κάνει η ποίηση με τις όποιες εκφάνσεις της όταν έχει απέναντί σου την οργή, δεν μπορούν οι στίχοι να σε ωθήσουν να κοπανίσεις τον διπλανό σου και να γυρίσει και να σε αγκαλιάσει με ένα πελώριο χαμόγελο στα σκισμένα χείλη του, τι σκεφτόσουν; Στη δράση υπάρχει και αντίδραση, μας το μάθαιναν στο σχολείο. 

Μπορεί όλο αυτό να είναι η αρχή; Όπως με όλα, θα δείξει. Μέχρι στιγμής πάντως, η βόλτα είναι εξαιρετική.

P.S.: Α ρε, Jamie. Α ρε Jamie. Έφυγες και είμαστε μόνοι μας στο ζόφο, Jamie. Και τίποτα δεν έχει τόση πλάκα πια.



5/3/17

Wait a Minute, ’cause my Heart’s not in it

 


Έκανα ένα τεστ τις προάλλες, απ’ αυτά τα πολύ ίντερνετ, ούτε που θυμάμαι σε τι αφορούσε. Μία από τις ερωτήσεις ήταν αν το ροκεντρόλ ζει ή πέθανε. Υποστήριξα με τρομερό διαδικτυακό πάθος το πρώτο. Ευθύς αμέσως ανέτρεξα στο σκληρό μου και στους τελευταίους δίσκους που κατέβασα, τους φετινούς, προκειμένου να αποδείξω στον εαυτό μου το  δίκαιο των ισχυρισμών μου. Και τι βρήκα; Αρκετά και ενδιαφέροντα. Πλην των δύο που ανέφερα στο αμέσως προηγούμενο άρθρο, πέρασε κάμποσος καιρός από τότε, το αναγνωρίζω, εντόπισα κάμποσα άλλα, το απολύτως λυπηρό όμως, ήταν το σύνολο των όσων περιείχε. Εξηγούμαι. Πέραν των ελπίδων του αύριο, είχε γκώσει με επιστρέφοντες του χθες, που βεβαίως και τσέκαρα με συγκρατημένο ενθουσιασμό, ο οποίος φτάνοντας στο δεύτερο κομμάτι του εκάστοτε έργου είχε εξανεμιστεί. Wire, Feelies, Bats, φάκιν Modern English ρε γαμώτη και σκέπτομαι ότι έπονται Jesus & Mary Chain, Ride και ειλικρινά δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Δεδομένου του ότι η μοναδική επανασύνδεση που είχε κάτι να πει σε όοοολη την ιστορία της μουσικής, όταν μας επισκέφτηκε (και) φέτος ούτε που μου πέρασε από το μυαλό να ξεκουνηθώ από το PS3, ναι, μάλλον ήρθε ο καιρός να αφήσουμε τους νέους – και πιο ορεξάτους – του σήμερα να εξηγήσουν πως έχει η κατάσταση. Δηλαδή, εσείς μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε, εγώ αυτό θα κάνω.
Και τι να εξηγήσουν βασικά. Δημιουργούν χωρίς τις πλάτες της μουσικής βιομηχανίας, η οποία επιμένει να προωθεί είτε κάτι τελείως νερουλά (βλέπε Ed Sheeran), είτε τα απολύτως βλακώδη (βλέπε οτιδήποτε νοείται ως Hip Hop από το 2013 και μετά), χωρίς τη στήριξη οιασδήποτε σκηνής, χωρίς λόγο και αιτία. Πέραν αστειοτήτων όπως το περσινό πόνημα των Metallica, η κιθαριστική μουσική μάλλον τα ‘χει λίγο χαμένα. Εκεί κατέληξα και έχω πάντα δίκιο, είναι η υπερδύναμή μου. Δε βρίσκω, λοιπόν, κανένα καλό λόγο να μην ασχολούμαι μόνο μ’ αυτή. 
Η Αγγλία, έχοντας αποδεχτεί πλέον ότι η πάρτυ μιούζικ δε φτιάχνεται πλέον με κιθάρες, δίνει διαρκώς ελάχιστα δείγματα άξια λόγου, πλην όμως αρκετά εξ’ αυτών τυγχάνουν πλέον του αξιόλογου. Το χάος. Μέχρι στιγμής, προσωπικά και τελείως υποκειμενικά μιλώντας, αδυνατώ να βγάλω από τ’ αυτιά μου τους δίσκους των Cabbage και των Vant, brit-punkers αμφότεροι, με συνθέσεις που θα ζήλευαν όλοι οι πρωτοδιδάξαντες του “ελαφρού” πανκ των ’90ζ. Από Αμέρικα φάση τα είπα και στο προηγούμενο, ας προσθέσω και τους Meatbodies στο παρόν και καθαρίσαμε. Και τους Dude York. Είναι πάλι, λοιπόν, η σειρά των Αυστραλών να σώσουν και πάλι το ροκεντρόλ. Ούτως ή άλλως ανέκαθεν το έκαναν καλύτερα από τους προαναφερθέντες. Δεν είμαι απολύτως έτοιμος να ξεμπερδέψω μ’ αυτή τη σκηνή ακόμα, αλλά για τη φάση, ας αναφέρω τους κλασσικούς πλέον King Gizzard & the Lizard Wizard και τους αλήθεια ασύλληπτους Buried Feather. Κόλλημα οι τελευταίοι.
Κλείνοντας και αυτό το σύντομο κείμενο, θα ‘θελα να επιστρέψουμε λίγο στη γαμάτη δεκαετία του ’90, που το ροκεντρόλ ήταν πραγματικά στα πιο γαμάτα του. Πέραν του προφανούς θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μία ανακάλυψη που έκαμα, ενδεικτική της γαματοσύνης της εν λόγω δεκαετίας. Οι Teen Starz του τότε, λοιπόν, είχανε γαμάτα ονόματα όπως Winona Ryder, Johnny Depp, Ethan Hawke, Jude Law κλπ. Σήμερα τι έχουμε; Robert Pattinson, Kristen Stewart, Jennifer Lawrence, Emma Watson… Yawn, σαφέστατα. Δεν υπάρχει ελπίδα για τα τέκνα του αύριο, αλήθεια.

21/10/16

Fucking Tenderness

 


Παρτ ουάν:  A lil’ bit o’ the awld Histo-ree

Πολύ λίγοι δίσκοι με κρατάνε στη δουλειά αρκετά, μέχρι την ώρα που θα γυρίσω σπίτι να τους βάλω να παίξουν για να ησυχάσω. Τελευταία όλο και λιγότεροι. Ένας, άντε δύο όλη τη χρονιά. Ναι, τόσο καλά. Συνήθως χάνω το χρόνο μου στο να προσπαθώ να προσδιορίσω τι σκατά μου έκανε κάποτε η μουσική με αποτέλεσμα να αναζητώ σε καθημερινή βάση σχεδόν, αυτό το κάτι που θα επαναλάβει την αρχική εμπειρία. Όταν έρχεται τελικά πάντα θυμίζει κάτι παλιότερο. Είναι γεγονός ότι, όσο μεγαλώνεις, το πραγματικά καινούριο σπανίζει και καταλήγεις να αφήνεσαι στην ασφάλεια του γνώριμου, όχι απαραίτητα παλιού. Παρόλα αυτά βρισκόμαστε πια στο απόλυτο σημείο στο χρόνο, όπου στη μουσική τουλάχιστον δεν υπάρχει τίποτα δεδομένο και επιτρέπονται όλα.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και την προηγούμενη δεκαετία, με τη διαφορά όμως ότι στο πρώτο μισό της τουλάχιστον η δισκογραφία υπήρχε ακόμα. Τώρα, κακά τα ψέματα, δε χρειάζεται. Υπάρχουν άπειροι τρόποι να “δοκιμάσει” κανείς μουσική, χωρίς απαραίτητα να την αφήσει να τον διαμορφώσει. Η εποχή θα σημαδευτεί από μεμονωμένα τραγούδια και όχι από ολοκληρωμένα έργα. Δεν πειράζει. Το όλο θα βρει το δρόμο του, κάποιοι θα ξεχωρίσουν, απλά όχι με τον τρόπο που μας είχε συστηθεί.
Η προηγούμενη δεκαετία, επανέρχομαι, μπορεί γενικά να μην είχε να επιδείξει και πολλά σε επίπεδο πραγμάτων που “έμειναν”, πλην όμως στο πανκ συγκεκριμένα χαρακτηρίστηκε από σειρά επαναστάσεων ανά δίσκο κιόλας. Τα υπο-είδη άλλαξαν, ενώθηκαν με άλλα, παρουσιάζοντας δεκάδες διαφορετικές προτάσεις για να ταϊστεί η ακόρεστη πείνα της εφηβικής μανίας για δημιουργία – για καταστροφή – για δημιουργία. Ναι, επιτέλους το πανκ είχε το alternative του. Με εξαίρεση την ίσως όχι και τόσο απρόσμενη επιτυχία των Blood Brothers, οι εταιρίες, οι “μεγάλες ανεξάρτητες” πλέον και όχι οι πολυεθνικές, οι οποίες ήδη έπνεαν τα λοίσθια, παρότι άρχισαν να υπογράφουν μοϊκανούς σωρηδόν ψάχνοντας το “νέο”, καθότι οσμίστηκαν τη φάση που παίζει, δεν κατάφεραν και πολλά. Αυτοί που πραγματικά ένιωσαν ήταν πάλι οι μυημένοι, μεταξύ των οποίων και εγώ, οι οποίοι τυγχάνει να νοσταλγούμε αυτή τη δεύτερη “επανάσταση”, πιθανόν γιατί το τίποτα που συμβαίνει τώρα, πολύ απλά δεν έχει ξανασυμβεί στην ιστορία του πιο cool είδους έβερ. Βεβαίως, καταλυτικός παράγοντας για το mindfuck των ’00s, ήταν το Post Hardcore των ’90s. Η Dischord (κυρίως), η Amphetamine Reptile, η Touch & Go. Το οποίο βέβαια ο μουσικός τύπος που ένιωσε από τη μία τους ιδρωτίλες του Σχηατλ και απ’ την άλλη τους κουρασμένους τριαντατοσάρηδες λάτρεις της μοναρχίας, έσπευσε να ονομάσει “Emo” και να το τσουβαλιάσει με κάτι Sk8r Boiz με κορακί, ζελεδιαζμένο μαλλί και piercings, που δέσποζαν στο MTV εκείνη την περίοδο.
Σαν αποτέλεσμα αυτό είχε δεκάδες κομμάτι πιο ευαίσθητοι νεανίες, που έτρεμαν τον τέτανο που θα κολλούσαν αν έτρωγαν καμιά τσιμπιά από τα καρφχιά στα μπουφάν των Crustάδων, να μην επιχειρήσουν να δοκιμάσουν το τι έπαιζε στα υπόγεια. Αντί αυτών, λοιπόν, χειροκροτούσαν είτε γκιόζηδες που αντιπροσώπευαν εφήμερα “ευρήματα” του μουσικού τύπου σαν το Electroclash, τα οποία σήμερα θυμόμαστε και γελούμε δυνατά, είτε κλαυθμυρίζοντες τριανταρίσκους που συνέθεταν ντραγούδγια για μελλοντικές εκστρατείες υποψήφιων προέδρων των Ενωμένων Πολιτειών της Εμετικής, αφήνοντας εμάς τους υπόλοιπους αφενός να αισθανθούμε εξυπνότεροι των πάντων, αφετέρου να αναπτύξουμε μία καθόλα ανθυγιεινή ροπή προς το μισανθρωπισμό. Κοίταζες ολόγυρα στο μεταξύ και τα βραχύβια τρεντς, όπως οι, γραφικότεροι των Κατσαπάνκηδων, Athens New Yorkers με τις κουστουμνιές και το μαλλί κόκκαλο στο ταβάνι και το γέλιο ήταν τόσο που ο θάνατος έμοιαζε λύτρωση.
Εν-τάξει.

Παρτ του: A slow moeshun tuhrip to tahday

Το να αρχίσω το ανελέητο name-dropping από μπάντες που πλέον όλοι ξέρουν και (λένε ότι) λατρεύουν δεν έχει κανένα νόημα, το ίντερνετ είναι απέραντο κι εδώ ποτέ δεν ήταν σημείο πληροφοριών, οι εμμονές μου είναι παντελώς άχρηστες ακόμα και σε ‘μένα. Παρόλα αυτά θα μείνω σε μία, η οποία κυκλοφορεί νέο δίσκο σήμερα, μόλις μία δεκαετία μετά τον αμέσως προηγούμενό της.
Την πρώτη φορά που διάβασα για τους Planes Mistaken For Stars, ήταν στο καταπληκτικό Heart Attack ‘zine, που έβγαινε από την Ebullition, μια δισκογραφική που σμίλεψε τα γούστα μου όσο ελάχιστες. Τους περιέγραφε σαν Post Hardcore με ολίγη από Grunge και κάτι άλλα ψιλούδγια. Αγόρασα το Up in them guts από ένα distro που είχε στήσει ένας γνωστός, γκρι βινύλιο με νερά και το έβαλα να παίξει. Το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε ήταν η φωνή. Βαθιά, βραχνή, σα να ήταν μονίμως πνιγμένη στο ντιστόρσχιον. Εξαιρετική. Μετά κόλλησα με το αυτό που την πλαισίωνε. Ένα ασταμάτητο σφυροκόπημα από κιθάρα, μπάσο και ντραμς. Τα καλύτερα δηλαδή. Το πρώτο που μου έσκασε στο μυαλό ήταν οι Pearl Jam. Ντρέπομαι λίγο που το δηλώνω φωναχτά. Πλην όμως, όταν έγραψαν το Lukin συγκεκριμένα, νόμιζαν ότι έκαναν αυτό που έβγαινε από τα γκρι αυλάκια του δίσκου που είχα μόλις αγοράσει. Αγνό πανκ, αγνή οργή, συναίσθημα. Χάρντκορ. Ποστ χάρντκορ. Τους βγήκε όμως λίγο τζούφχιο. Αναίμακτο. Κακά τα ψέματα, με τις πλάτες της πολυεθνικής δεν κάνεις επανάστα, ούτε καν ηχητικά μιλώντας. Των Planes απ’ την άλλη ήταν τόσο αβίαστα παθιασμένο, τόσο αυθόρμητα συγκλονιστικό, που έψαχνες σε κάθε γωνία να βρεις την απάτη. Δεν μπορεί ξαφνικά, εντός της χειρότερης από μουσικής παραγωγής δεκαετία, να εντόπισες τη μπάντα η οποία συγκέντρωνε όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν τη βασισμένη στην κιθάρα σύνθεση ταυτόχρονα καινούρια και οικεία, ενώ παράλληλα έκανε πράγματα στα μέσα σου, που είχαν να γίνουν από το εξιδανικευμένο τότε.
Το δεύτερο που μου έσκασε ήταν οι Screaming Trees. Ναι, το Grunge το είχαν και το έχουν έντονο, δεν είναι κακό, είναι για την ακρίβεια το καλύτερο είδος μουσικής που μπορεί να (έχει) πετύχει κάποιος στην εφηβεία του. Εκτός αυτού όμως, έχουν και αυτό που, ρε παιδί μου, ξέρεις, ότι για να νιώσεις, πρέπει να χωθείς λίγο ακόμα. Και μετά ακόμα λίγο. Και η ανταμοιβή τελικά είναι μεγάλη και από το τίποτα σχεδόν μένεις με μία εμπειρία.
Δε θα ‘λεγα το ότι όταν διέλυσαν μου στοίχισε και λοιπές μαλακίες, δεν ήμουν στην εφηβεία, είχα σύνδεση στο ίντερνετ και ο ωκεανός του ήχου απλωνόταν παντού μπροστά μου. Για την ακρίβεια δεν το κατάλαβα καν. Αλλά έτσι είναι πια η φάση. Ακόμα και οι πιο αγαπημένοι, όταν αποφασίσουν ότι δεν το’χουν πια, απλά σβήνουν. Περνούν απαρατήρητοι. Τυχαία είδα στα feeds μου το Prey και ένιωσα κάτι να κουνιέται. Σα να έκανε επίσκεψη – έκπληξη ένας από τους (αρκετούς πλέον) φίλους μου που απέδρασε στα ξένα. Που παράλληλα βαρέθηκε και είπε να σκάσει για κάμποσο καιρό να φάει λίγο ήλιο. Τέτοιο πράμα. Περίμενα να κατέβει υπομονετικά και το έβαλα να παίξει. Και με τις πρώτες νότες του  Dementia Americana ήταν σαν να με έλουσε κύμα λύτρωσης κάπως. Απερίγραπτο. Έπεσα – διόλου τυχαία – πάνω σε “καλή μουσική”. Που έχει και κιθάρες. Γάμησέ τα. Από τότε παίζει συνέχεια, μαζί με τα παλιά βεβαίως και απλά περιμένω τον ταχυδρόμο να το φέρει. Και δεν κάνει καθόλου καλό στην τρισεκατομμυριοστή προσπάθειά μου να κόψω το κάπνισμα.

28/6/15

She Likes Surprises

 

Άκουγα τις προάλλες αυτό που έβγαλαν πέρυσι οι Soundgarden, με τα κομμάτια του πεταματού, τις διασκευές, τα λάιβ, ξέρεις. Άθλος. Όχι ότι έχει να κάνει με το υλικό η υπερπροσπάθεια. Το πιο κουραστικό της υποθέσεως είναι η συγκέντρωση όλων αυτών των σκέψεων που σκάνε με το που χώνεται το εκάστοτε ευρηματικότατο ριφφ και σε αναγκάζει σε φάση να χωθείς μέσα στο πληκτρολόγιο και να γράψεις ένα σκατό πράματα χωρίς – φυσικά – να πλερώνεσαι για να το κάνεις. Ίντερνετ, αυτή η μάστιγα. Ναι. Ο Ganesha είναι ο θεός της υπερπήδησης των εμποδίων και το μοναδικό σε θεότητα που μου ‘χει κάνει κάτι. Εδώ και κάτι χρόνια, λοιπόν, έχω ένα ράιτερ’ζ μπλοκ το οποίο ευελπιστώ να με βοηθήσει να υπερπηδήξω, αλλά δεν το κόβω. Όλως παραδόξως συνεχίζω να γράφω εδώ πέρα χωρίς να υπάρχει και καμία έτσι “λογοτεχνική”, “εικαστική” πρόκληση ξέρω ‘γω. Ψυχαναγκαζμάρες για πάντα. Can’ t live with them, fu-fu-fu-fu-fuck ’em (Geto Boyz ta life).
Η αυτοαναφορικότητα λένε σκοτώνει τη δισκοκριτική. Εύχομαι να το κάνει αργά και με μπόλικο πόνο. Αλλά ναι.
Το Badmotorfinger το άκουσα πριν ακούσω το Nevermind. Έως σήμερα το βρίσκω κατά τι επαναστατικότερο από το δεύτερο. Όχι ότι δε λάτρεψα και τα δύο, άλλωστε η διαφορά μεταξύ των ακροάσεων δεν ήταν παρά ημερών. Και τα δύο έργα ήταν από δαύτα που όλα τα τραγούδια είναι καλά. Που οι κιθάρες που τα συγκροτούν είναι τεράστιες και “καινούριες”. Περίεργες. Και τεράστιες. Δηλαδή πολύ μεγάλες και πάρα πολύ ογκώδεις. Που τα ακούς από την αρχή μέχρι το τέλος και ξανά και ξανά και ξανά και πάντα βρίσκεις κάτι αξιόλογο. Κάτι που δεν είχες προσέξει. Και σήμερα μου συμβαίνει αυτό, χαίρομαι που το λέω, απλά λίγο πιο σπάνια. Και πάλι όμως. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου δυστυχώς ή ευτυχώς.
Στα ορίτζιναλς, το πρώτο εκ των τριών δισκίων του περσινού πράγματος που εκυκλοφορήθη από τους κάποτε πολύ αγαπημένους Soundgarden, έχει κάμποσα παλιά, μερικά που τα είχα πετύχει σε κάτι σάουνττραξ, τέλος πάντων έχει πολλά. Έχει και καινούρια. Η διαφορά μεταξύ τους είναι συγκλονιστική. Τσεκάροντας τα πεταμένα των ’90ζ, θυμήθηκα ξανά γιατί λάτρευα κάποτε αυτή τη μπάντα, είναι “εμπνευσμένα”, δεν έχει να κάνει με τον ήχο, αυτός δεν έχει αλλάξει και πολύ, οι συνθέσεις ρε, είναι εικόνες. Παραστάσεις. Doc Martens, βερμούδα και κολάν.  Για τα γενέθλιά μου, παρεμπιπτόντως, που πλησιάζουν επικίνδυνα, έδωσα μια μικρή περιουσία για τα δεδομένα μου και αγόρασα ένα ζεύγος. Μάρτενς ντε. Γιατί; Δεν ξέρω γιατί. Για τη φάση. Όπως όλα άλλωστε. Όχι ότι ενδιαφέρει και κανένα, αλλά τέλος πάντων.
Αλλά ναι. Παλιά βέρσουζ καινούρια. Ναι, Μαργαρίτα Καραπάνου, η διαφορά μεταξύ των είναι στα όρια του τραγικού. Παίζει το αισχρά τιτλοφορημένο Live to Rise και το μόνο που σκέφτομαι είναι “Κουμπάρος τηζ Βίσση”. Έχει αυτό που απολαμβάνουν τις δάφνες και δεν προσπαθούν και πολύ. Σαν αυτό το σόλο δίσκο που είχε βγάλει προ αμνημονεύτων ο Κορνέλλ. Που είχε αν θυμάμαι καλά, ένα κομμάτι που ακουγόταν; Δύο; Δύσκολο. Αλλοτρίωση. Τι αλλοτρίωση δηλαδή, απαλλοτρίωση. Απαλευτρίωση. Μία κάποτε ασύλληπτα ικανή μπάντα που αποφασίζει να κυκλοφορήσει, χωρίς να κοπιάσει. Αυτοί είμαστε σήμερα. Είμαστε γέροι. Σας αρέσει δε σας αρέσει. Γέροι. Και βαριόμαστε. Και θέλουμε και τα λεφτά σας. Γιατί τα δικά μας είναι πολλά, πλην όμως επ’ ουδενί αρκετά.
Και ξαναβάζω τα παλιά. Ακούω και τις διασκευές. Η μπάντα κάποτε είχε οίστρο (καύλες). Τώρα δεν έχει. Τον οίστρο που είχε μάλιστα δεν κατάφερε να τονε μεταλαμπαδεύσει στους απογόνους της. Ιδίως ακούω κάτι συναδέλφους από την εδώ σκηνή που προσπαθούν να το ψιλοπαλέψουν το γκραντζ Αμερικλάνοι Σχιατλ Στόνερ τσιρουίδα μπαντάς-ε μαβαφάκα και είναι πχιο για γέλια κι από τους Candlebox. Ναι αμέ. Συμβαίνουν αυτά, δεν πειράζει. Συμβαίνει σε πολλούς εκ των όσων τα παρατάνε και μετά δεν τα παρατάνε και τόσο, αν όχι σε όλους. Λίγες (μία) επανασυνδέσεις – α ναι, το γύρισα πάλι πριν αρχίσω το κράξιμο, γιατί ήμουν τόσο μα τόσο μα τόσοτόσοτόσοσοσοσοσοσοσοσο κοντά – άλλωστε είχαν κάτι να πουν και εκτός αυτού θύμιζαν και τις παλιές καλές μέρες, αν όχι και λίγο καλύτερες μερικές φορές. Ή έγιναν χωρίς να θυμίζουν τίποτα απολύτως, έγιναν κάτι άλλο, απλά με ένα όνομα, ένα brand στο εξώφυλλο και είτε απογοήτευσαν ή το αποτέλεσμα ήταν τόσο μη συγκρίσιμο με τα προηγούμενα που γοήτευσαν. Δες, για να καταλάβεις τι εννοώ, την περίπτωση εφέτο των Pop Group. Είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ήταν, αν όχι τελείως, αλλά το πήγαν αλλού χωρίς να το πάνε, κράτησαν ζωντανό το χάος, τον οίστρο (καύλα) και εν ολίγοις τα κατάφεραν.
Οι Soundgarden δεν τα κατάφεραν. Δε μπόρεσαν και δε μπορούνε. Και δυστυχώς υπάρχουν τα παλιά τους τραγούδια για να το θυμίζουν.  Δεν ξέρω, αν ήμουν στη θέση τους θα φοβόμουν να κυκλοφορήσω μια τέτοια συλλογή για να αποφύγω τέτοιου είδους συμπεράσματα από τους ακροατές μου. Τουζ φανζ. Δεν έχω και δεν είχα, αν είχα όμως  θα έτρεμα μήπως τους απογοητεύσω. Και νομίζω ότι δε θα τα σκεφτόμουν τα φράγκα. Πολύ. Εκτός κι αν ήθελα ν’ αγοράσω κανένα καινούριο ζευγάρι Doc Martens. Όταν παλιώσουν αυτές, βέβαια. Με στενεύουν λίγο για να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Θα πρέπει να προσευχηθώ πάλι στο Ganesha. Παίζει να ‘χει αρχίσει να με βαριέται λίγο.

23/1/12

Howler - America Give Up

Ας τη δούμε λίγο επαγγελματικά. Λίγο. Νταξ; 
Όταν γράφεις κριτική για ένα έργο καλλιτεχνικό, οφείλεις να το κρίνεις πρώτα και κύρια γι' αυτό που είναι. Δεν μπορείς, για παράδειγμα, ένα δίσκο των Belle and Sebastian να τον εξετάσεις σα συμφωνία του Stockhausen για αλυσοπρίονο και ερωτικά βοηθήματα. Είναι διαφορετικά πράγματα. Σα να τρως αγγούρι και να λες "χμμμ... Αυτή η μπανάνα σα να μούχλιασε". Καλά, τρελαίνομαι να γράφω "σα" και όχι "σαν" και ο ορθογραφικός έλεγχος να μου το υπογραμμίζει και καλά ότι είναι λάθος. 
Λοιπόν, το "America Give Up" είναι ένας power pop δίσκος. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Για την ακρίβεια είναι ένας πάρα πολύ καλός power pop δίσκος. Άρα κάτι περισσότερο από ό,τι προειπώθηκε. Είπα ψέματα. Όπως γράφτηκε αλλού, θα μπορούσες, αφού μιλήσεις στους φίλους σου γι' αυτή τη μπάντα, για να αποδείξεις ότι οι διθύραμβοί σου έχουν κάποια βάση, αρκεί να τους βάλεις ν' ακούσουν ένα οποιοδήποτε κομμάτι από το πόνημα. Τόσο απλά.
Δεν παίζει να σου αλλάξει τη ζωή, αλλά σίγουρα θα σου φτιάξει μια γαμημένη μέρα. Ιδίως αν τον βάλεις να παίξει βράδυ και πιεις και μια μπυρίτσα. Για τη φάση.
Πάμε στα σκατά τώρα.
Η μπάντα σπρώχνεται όσο δεν πάει από την NME. Ας δούμε κανά δυο άλλες μπάντες που απήλαυσαν την τόση προσοχή. 
Enter Arctic Monkeys: Ένας καλός δίσκος κι από 'κει κι έπειτα ένα ατελείωτο χάλι, μια συνεχής προσπάθεια να αποδείξουν ότι είναι κάτι πολύ περισσότερο απ' αυτό που τους σέρβιραν. Μια σειρά από εκτρώματα, rrrrawk ύφους και ακατάπαυστη αηδία. Πωωωωω... Το βασίλειο μου για μια σφουγγαρίστρα. Πολλά τα ξερατά ρε πούστη...
Enter The Libertines: Μπαντάρα, Babyshambles μπαντάρα, αλλά ναι, αυτοί είναι στην πρέζα, άρα δεν υπάρχει επιχείρημα.
Enter The Strokes: Ένας μέτριος πρώτος δίσκος, ο οποίος έτυχε ν' αλλάξει τις ζωές των Howler και ήταν το μοναδικό καλό πράγμα που έκανε.
Enter Razorlight: ΧαΧαΧαΧαΧαΧαΧαΧαΧα!
Enter Bloc Party: ΟυαααααΧΑχΑΧαΧαχΑχΑΧαΧΑχΑΧαχΑΧαΧΑχΑΧαΧΑΑΑΑΑΑ!
Enter Northern Uproar: Ουααααααχαχαχαχαχαχαχαχαχα - Γκουχ, γκουχ, μπλιαχ - αααααααααχαχαχαχχαχαχαχαχαχαχαχαχα - Μπλιαχ.
Καλά, το 'πιασες το νόημα πριν προλάβω να πω Kaiser Chiefs. Σκατά, σύντροφοι. Τώρα θα μου πεις "δηλαδή για να κρίνω το αν ένα συγκρότημα θα έχει διάρκεια, θα πρέπει ν' αρχίσω να μετράω από το δεύτερο έργο και μετά;" και θα 'χεις και δίκιο. Όπως επίσης θα 'χεις δίκιο αν πεις "Στ' αρχίδια μου κι αν είναι One Hit Wonder". Όλα τα δίκια με το μέρος σου. Αλλά μη μου πεις ότι δε σε προειδοποίησα...     

10/12/11

Big Sexy Noise - Trust The Witch

Το λατρεύω το κάπνισμα. Πραγματικά, θεωρώ ότι είναι η μεγαλύτερη απόλαυση που έχει εφευρεθεί ποτέ. Καλύτερο κι απ' το γαμήσι. Η απόλυτη δόση ευφορίας στην πιο γαμημένη στιγμή. Κηδείες, μαλακίες, γάμος της πρώην που γουστάρεις ακόμα, απόλυση, άγχος, εξεταστικές, όλα, βγαίνεις έξω, ανάβεις τσιγάρο και για ένα λεπτό περίπου, όλα είναι εντάξει. Όλα θα πάνε καλά. Δε θα το άλλαζα με τίποτα. Αυτή τη στιγμή... Το "τσαφ" του αναπτήρα, το άγγιγμα της φλόγας στην άκρη, το χαρτί που καίγεται, εισπνοή, εκπνοή... Εντάξει. Όλα - είναι - εντάξει.
Δεν παίζει να το κόψω ποτέ. Ποτέ όμως. Βλέπω όλους αυτούς τους πεφωτισμένους, υγιείς που το ξεφορτώθηκαν, πόσο τέλεια αισθάνονται αλήθεια; Που τρέχουν, ανεβαίνουν σκάλες με μία ανάσα, δεν κουράζονται... Σιγά το κατόρθωμα. Γουστάρω τρελά να μην έχω ανάσα όταν ανεβαίνω δυο σκαλιά και όταν το κάνω, ν' ανάβω κι ένα τσιγάρο για ανταμοιβή. 
Κάτι έλεγα για το δίσκο... Όχι; Τι έλεγα τότε; Α ναι, για το κάπνισμα. Γαμάει το κάπνισμα. Απαράμιλλο στυλ κι έτσι. Δες το στο σινεμά. Στο "Wild At Heart"... Θα ήταν τίποτα αυτή η ταινία χωρίς τσιγάρα; Αρχίδια θα ήταν. Η διαβόητη σκηνή της Sharon Stone στο "Basic Instinct", όλο το "Coffee and Cigarettes" του Jarmusch. Η καριέρα του Tom Waits γενικά. Που κολλάει ο Waits; Κολλάει, άει γαμήσου. 
Ρε, τίποτα δε θα ήταν το ίδιο...
Σε φάση αισθάνομαι έτοιμος να διαφθείρω κόσμο τώρα... Νομίζω ότι κάνω το σωστό. Ότι πρέπει να ειπωθεί η αλήθεια. Η "άλλη πλευρά". Ναι...
Μ' αρέσουν οι δίσκοι της Lydia. Όλοι. Έχουν αυτό που με κάνει να θέλω ν' ανάψω τσιγάρο, να κατεβάσω την πίκρα του καπνού στα σακατεμένα πνευμόνια μου, όλη τη μαυρίλα, όλη την αηδία, να ζωγραφίζω με μελάνια και ακρυλικά σε κακοδιατηρημένους καμβάδες, να ρίχνω ποτήρια και τασάκια κάτω, γιατί είμαι αδέξιος όταν έχω οίστρο, να ρίχνω μια ματιά στο χάλι στο πάτωμα και να συνεχίζω... Όσο παίζει η μουσική... Όσο ακούω τη φωνή της... 
Τσιγάρο. 
Τώρα.

18/11/11

Jane's Addiction - The Great Escape Artist

Καλά δε λες κι ότι έσκασε από το πουθενά... Δεν μπορείς να πεις, επίσης, ότι το περίμενες κιόλας. Σίγουρα όμως μπορείς να παραδεχθείς ότι δεν το επιθυμούσες. Σε καταλαβαίνω, ούτε κι εγώ.
Κοίτα, στα '90s τους γούσταρα τρελά. Έσκαγε από παντού η "ροκιά", μαλλιαδούρες, Gibson Les Paul, οι Jane's μέσα σ' αυτό έδειχναν πραγματικά "εναλλακτικοί". Τώρα δεν ξέρω. Δεν είναι "ροκ" το σήμερα. Ζούμε σε μια εποχή ακραίων αντιθέσεων νομίζω. Και κάπου δε μου κάθονται. Είχα αναπτύξει τις σκέψεις μου για τη φάση τους και παλιότερα, αλλά και πάλι... Ίσως αυτό το κείμενο να ξορκίσει το "κακό" μια για πάντα. Το χωρίζω, λοιπόν, σε δύο μέρη:

1. Προ της ακρόασης του "The Great Escape Artist"
Τα "Nothing's Shocking" και "Ritual De Lo Habitual" είναι γάματα σημαντικοί δίσκοι. Όχι για 'μένα, γενικά. Ιδιαίτεροι, πρωτοποριακοί, διακόσιες χιλιάδες χρόνια μπροστά από την εποχή τους. Ρε, τους άκουγα μικρότερος και σε φάση ήθελα να γίνω ο Navarro. Μακράν ο ευρηματικότερος κιθαρίστας του φερόμενου ως Hard Rock τότε. Κι ο Perry Farrel... Τόσο ιδιαίτερος, τόσο λαμπερός... Από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν με ευκολία να σε πείσουν ότι μπορούν να πετάξουν...
Τους ανακάλυψα αφού το διέλυσαν, φυσικά. 
Θυμάμαι ένα άρθρο σε κάποια βρετανοφυλλάδα απ' αυτές που καταβρόχθιζα για πλάκα, να 'ταν η NME, η Melody Maker, το Q, το Select, το Alternative Press (αυτό είναι αμερικανιά, αλλά ξέρεις...),  γάματα, χέστο, έγραφε για τα projects στα οποία απορροφήθηκε ο καθένας μετά τη διάλυση. Οι Porno For Pyros για παράδειγμα μου φάνηκαν "εξέλιξη" του πράγματος, κάτι πειραματικό και, τηρουμένων των αναλογιών, όμορφο, ακόμα και η παρουσία του κιθαρισταρά στους Red Hot Chili Peppers... Ήταν μια φυσική συνέχεια όλου αυτού. Ένα επόμενο βήμα. Τους Polar Bear του Avery που εκθείαζε, ομολογώ ότι δεν τους τσέκαρα ποτέ. Δεν είναι αργά. Θα το κάνω. Αλλά όχι σήμερα.
Τι θέλω να πω... Το άρθρο σου έδινε την αίσθηση ότι τίποτα δεν είχε αφεθεί στην τύχη του, ανήσυχοι μουσικοί εξακολουθούσαν να δημιουργούν ανήσυχη μουσική.

2. Κατόπιν ακροάσεως του "The Great Escape Artist"
Και φτάνουμε στο θέμα μας...
Το δίσκο κακό δεν τον λες. Βασικά, από τους συγκεκριμένους ανθρώπους έχω πεισθεί ότι δεν μπορεί να βγει κάτι άσχημο. Με τη στενή έννοια του όρου, όμως. Σίγουρα είναι εκτός του "σήμερα", δεν ξέρω καν αν χρειάζεται κανείς κάτι τέτοιο στην παρούσα φάση, στη Wavves εποχή που διανύουμε κάτι δουλεμένο, καλοηχογραφημένο δεν κολλάει... Ακούγεται ξένο. Ούτε εγώ μπορώ να το δεχτώ, έτσι; Οι σημερινές μπάντες σκότωσαν τη virtuosité, το μουσικό με παιδεία, τη μπάντα που κάνει πρόβες, τη σύνθεση την ίδια, τον κόπο, τη δουλειά. Θεωρήθηκε μαλακωδώς ότι δύο συγχορδίες, ένα fuzz κι ένα delay pedal είναι ό,τι χρειάζεσαι για να φτιάξεις το επόμενο αριστούργημα που θα καυλώσει την ψυχή και τ' αυτιά ενός μουσικοκριτικού του μεγέθους μου.
Λάθος; Όχι απαραίτητα. Είμαστε άλλωστε όλοι εκπρόσωποι της εποχής μας. Απλά τυγχάνει η εποχή μας να έχει σκοτώσει το μουσικό. Ή αυτόν που θεωρείται "μουσικός" αυστηρά, για κάτι πιο ευρύ. Θα το εξηγήσω με μία παραβολή. Γιατί δεν έχω τονώσει το μεσσιανικό προφίλ μου τελευταία. Λοιπόν: Πες ότι ετοιμάζεσαι για πανελλαδικές. Στα μαθηματικά όμως είσαι τελείως για τον πούτσο. Χρειάζεσαι βοήθεια επειγόντως. Χρειάζεσαι τον καλύτερο καθηγητή που υπάρχει, τον άνθρωπο που θα σου διδάξει μέσα σε λίγες μέρες όσα δεν κατάφερες να μάθεις σε μήνες, κάποιον που θα σου δώσει γνώση,  θα σε βοηθήσει να σταματήσεις να φοβάσαι τα ολοκληρώματα, θα σε κάνει να καταλάβεις, κι ακόμα κι αν αποτύχεις, θα βγεις από την εμπειρία πιο πλήρης... Εσύ όμως είσαι ατομάρα και το σύστημα της παραπαιδείας σε αηδιάζει. Ζητάς, λοιπόν, βοήθεια από τον αδερφό σου. Που πάει Γυμνάσιο.
Έγινα κατανοητός;
Δεν είναι όμως όλα σκατά. Η εποχή μας επίσης, κατάφερε να σκοτώσει και το ροκ σταρ. Τον αυτοκαταστροφικό νάρκισσο με τη σιλικονάτη γκόμενα που κολυμπούσε στα βουνά με την κοκαΐνη. Το είχαμε ξανακάνει με το punk και το hardcore. Τώρα το καταφέραμε με την αδιαφορία. Καλά είναι. Μας έμεινε ο αθληταράς και η ποπ τσιχλόφουσκα ηλίθια. Οι μέρες της ευημερίας σας είναι μετρημένες...   

26/9/11

Lungfish - The Unanimous Hour

Κι άλλη επανέκδοση... Δεν ξέρω που σκατά πάει η μουσική βιομηχανία, δεν ξέρω αν η Dischord θεωρείται μέρος της, απλά, έχουμε φτάσει στην κατάσταση αυτή. Τα φράγκα βγαίνουν πλέον ποντάροντας στις αναμνήσεις των  - ίσως κάποτε - αγοραστών, θεωρείται αφελώς ότι η νέα γενιά καταναλωτών απλά κατεβάζει, τσεκάρει, πετάει. Και μένουν οι παλιοί... "Μαλάκα, το θυμάσαι αυτό; Θυμάσαι πότε το ακούγαμε; μου το 'χει φάει αυτή, ξέρεις, από 'κείνα που της είχα δανείσει και δε θεώρησε σκόπιμο να μου επιστρέψει όταν χωρίσαμε. Επανεκδόθηκε...". Αυτό εν ολίγοις. Κάτι τέτοιο.
Το "the Unanimous Hour" δεν το είχα τσεκάρει όταν πρωτοκυκλοφόρησε. Πρώτη φορά το άκουσα πρόσφατα. Κακώς; Ίσως. Το 1999 που βγήκε είχα αρχίσει να κουράζομαι με το post - hardcore, ναι, ξέρω, είχε αρχίσει να γίνεται και emo, είχα μαζέψει και πάρα πολύ... Ήταν το "τώρα" του "τότε", αλλά έψαχνα παράλληλα και κάτι πιο "τώρα" "τότε". Ώσπου ανακάλυψα το post punk και το "τώρα" έπαψε να με απασχολεί. Αλλά αυτή είναι μία ιστορία που 'χω διηγηθεί ένα τρισεκατομμύριο φορές, δεν παίζει να τα ξαναπώ. Όχι σήμερα τουλάχιστον.
Αν ακούγεται σημαντικό σήμερα; Αν ακούγεται ξεχωριστό; Ιδιαίτερο; Αν μπορεί να σταθεί ανάμεσα στις εκατοντάδες κυκλοφορίες με αξιώσεις; Εύκολα. Πολύ εύκολα. Βάλε και ότι ο Higgs θεωρείται και τρελή μορφή του indie undergound των χιλιάδων σπυριάρηδων με κοκάλινα γυαλιά και καθάρισες. Έχεις μία ακόμα σημαντική κυκλοφορία για το 2011. Η οποία πρωτοέσκασε πριν από 12 χρόνια. Έχει σημασία; Καμία.     

6/9/11

Suede - Suede (Remastered κι έτσι...)

Λοιπόν... Το άκουγα τις προάλλες. Είχα να το βάλω να παίξει από τότε που βγήκε. Το είχα σε βινύλιο, αλλά είχα την κακή συνήθεια να αγοράζω συνέχεια καινούρια πράματα, και τα φράγκα μου τέλειωναν απίστευτα γρήγορα. Έτσι δανειζόμουν από φίλους. Δάνεια που δεν έπαιζε να αποπληρώσω, έτσι οι φίλοι μου προχωρούσαν σε κατασχέσεις. Τα μουνιά. Η τέχνη αντιγράφει τη ζωή. Τέλος πάντων, κατάσχεση έφαγε κι αυτός. Μικρό το κακό. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα...
Η αλήθεια είναι ότι με το που ξανάρθα σε επαφή μαζί του, μου έσκασαν διάφορα. Όπως το ότι τον είχα αποστηθίσει τελείως. Το 'χα ξεχάσει. Ό,τι τα ριφφς του Butler ακούγονται "ιδανικά". Απόλυτα σωστά. Εντάξει, τη φωνή του Anderson δεν μπόρεσα να τη χωνέψω ποτέ, ούτε την αηδιαστική φάτσα του ντράμμερ και το κόλλημά του με τα ανήλικα αγόρια... Αλλά ξέρεις τώρα.
Από το ντεμπούτο κι έπειτα δε γούσταρα τίποτα πέρα από το "Stay Together" και το "Wild Ones", είχε χαθεί αυτή η πρώτη... χμμμ... Φρεσκάδα, να το πω; Ας το πω. Δε μου πήγαινε όλη αυτή η αυταρέσκεια, το ότι αντικατέστησε ένα χαρισματικό κιθαρίστα με ένα... εχμμμ... πληκτρά, το γάμησε ο Brett, κοινώς, ενώ υποτίθεται ότι ήθελε να γίνει πιο πειραματική η φάση, να ξεφύγει από τη Britpop. Χάλι...
Αλλά αυτός ο πρώτος δίσκος... Είναι υλικό που σακατεύει εφηβείες ρε. Που κάθεσαι, ακούς και ξανακούς, γιατί σ' αυτή την ηλικία δεν είσαι cool, σαν τους Suede, ούτε αυτοί ήταν. Απόβλητοι, ανδρόγυνοι, ευαίσθητοι, σε στιγμές σπαρακτικοί. Ταιριάζουν όταν σκοτώνεις κουνούπια σπάζοντας καυλόσπυρα.
Στο σήμερα τώρα... Δεν ακούγεται φρέσκος ο δίσκος, δεν μπορείς να τον προτείνεις σε κανένα, ούτε βίντεο μπορείς να σπρώξεις, απευθύνεται μόνο σ' αυτούς που "έμπλεξαν" μαζί του τότε. Οι indie τύποι σήμερα εκθειάζουν την πρωτοπορία (ας καγχάσω...) του chillwave (appropriate κουραδόχρωμα) και των υπόλοιπων ημι-ποπ αηδιών, αδυνατούν να καταλάβουν το πόσο ελκυστικό ήταν το αίσχος της Britpop καταστασάρας, αυτής της τερατώδους ομαδικής ψευδαίσθησης μεγαλείου όλων των μουσικών μιας χώρας. Και το τι δυνατότητες είχε και τι έδωσε τελικά... Και τι απέμεινε. Και αν έχει κάποια αξία η επίσκεψη σ' αυτές τις στιγμές μετά από τόσα χρόνια.

3/9/11

TV Ghost - Mass Dream

Ο φόνος είναι αναπόσπαστο μέρος του Αμερικάνικου Ονείρου. Γι' αυτό και οι "σημαντικότεροι" δολοφόνοι, οι πιο ακραίοι, οι κατά συρροή, συμπληρώνουν ένα μέρος του "μύθου", σαν οντότητες οι ίδιοι, μέλη μιας και καλά προχωρημένης κοινωνίας, αλλά βαθιά καταπιεσμένης στην πραγματικότητα. Παροιμιωδώς αμόρφωτοι άνθρωποι, που έζησαν τη βία και την εφάρμοσαν με τη σειρά τους σε άλλους, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο λόγο, για ένα ξεκαύλωμα τις περισσότερες φορές, γιατί μπορούσαν.
Αυτή η σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης ψυχής, αν υπάρχει κάτι τέτοιο, μου φαινόταν κάποτε συναρπαστική, όσο και απωθητική. Ήμουν περίεργο παιδάκι, το ξέρω. Ο Charles Manson, o Ed Gein, η Aileen Wuornos, o Ted Bundy, o Jeffrey Dahmer, η Gertude Baniszewski... Γαμημένες ιστορίες όλες τους... Μέσα σε όλες τους, το αιώνιο ερώτημα. Τι στον πούτσο οδηγεί ένα άνθρωπο στο να κάνει κακό σε κάποιον άλλο. Ακόμα διαβάζω τις "βιογραφίες" τους και με πιάνει κάτι στο στομάχι. Κάτι μεταξύ της άγριας χαράς του να έρχεσαι σε επαφή με το απαγορευμένο, αλλά κι ένα αίσθημα ασφάλειας. Επειδή αυτά τα άτομα, ό,τι και να έκαναν, πιάστηκαν. Δε γλίτωσαν. Τιμωρήθηκαν. Το καλό νίκησε...
Στα '90s, των οποίων είμαι γνήσιο τέκνο, είχαν φτάσει σε ύψη Rock Stardom, οι φάτσες τους έγιναν εξώφυλλα, φάκελοι ξανάνοιξαν, τυπάρες με κιθάρες διασκεύαζαν τα τραγούδια τους ή φορούσαν μπλούζες με τις φάτσες τους, είδαν δημοσιογράφους να τους επισκέπτονται με ενδιαφέρον και συνέβη κι αυτός ο θλιβερός τυπάκος, ο Marilyn Manson, κορυφώνοντας και παράλληλα δίνοντας τέλος σ' αυτή την αναζήτηση του απεχθούς...
Η μουσική των TV Ghost μου θύμισε αυτή τη φάση. Τον εκτροχιασμό της προσωπικότητας, μια ημι-ονειρώδης εμπειρία, είναι εκεί και φεύγει, τη στιγμή που θεωρείς ότι έχεις συλλάβει τη σύνθεση, ξαφνικά απογειώνεται και δε βρίσκεται πια στα χέρια σου. Δεν υπάρχει έλεγχος. Μόνο ένα είδος έκφρασης, ακραίας, διαφορετικής... Σαν τους πίνακες του Joe Coleman που κοσμούν το παρόν άρθρο. 
Κάθε ένα τους κι ένα πορτραίτο της Αμερικάνικης Ψύχωσης, του American Scream που έγραφε και ο Milligan στο Shade, The Changing Man, μια ματιά πάνω απ' τον ώμο για τη σιγουριά ότι όλα είναι εντάξει. Ότι θα επιβιώσεις κι απ' αυτό. Κι ας έρχεται κατά πάνω σου με μια λεπίδα μήκους έξι ιντσών...

18/7/11

Religious Knives - Smokescreen

Killing Indie Music... Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Ξεκίνησα πριν από δύο χρόνια αυτό το αίσχος έχοντας σαν έναυσμα ένα είδος μουσικής κατά βάση βαρετό και πεθαμένο, που συνέχιζα να λατρεύω για όλους τους λάθος λόγους. Ένας απ' αυτούς ήταν το ίδιο το παρελθόν του, το παρελθόν μου, οι άλλοι. Όχι το τώρα, όχι το σήμερα.
... Και μέσα από ύβρεις και κατάρες, μες στο κεφάλι μου σήμανα το τέλος του και το μετέδωσα όσο μπορούσα καλύτερα. Θα 'θελα να 'ναι αστείο, αλλά δεν είναι. Αλλά δεν πρέπει να μειώνω τον αντίκτυπο που είχε. Στην τελική είμαι ο πρώτος άνθρωπος που κατάφερε το ακατόρθωτο. Έκανα τη μαλακία εργόχειρο. Και ποια δε θα 'θελε κάποιον με τέτοια προίκα; Ρητορική είναι η ερώτηση...
... Και συνεχίζεις να κυνηγάς, πρώτα για να εντοπίσεις τη γελοιότητα, αλλά στην πορεία συναντάς μερικά που αξίζουν τον κόπο, σαν αυτό του τίτλου, που λες "γιατί δεν το σκέφτηκα εγώ;", αλλά καλύτερα, μου δόθηκε έτσι η ευκαιρία να χαθώ μέσα του, στα σωστά του. Γιατί αν το είχα κάνει εγώ απλά θα του έβρισκα ψεγάδια. Συνεχώς. 
... Και οι θετικές ψήφοι δε μου είπαν ποτέ τίποτα, η επιβεβαίωση είναι πάντα λίγη για 'μένα. Κάποια πράγματα απλά δε γίνονται για το "μπράβο", γίνονται για να γίνουν. Για τη φάση. 
... Και ζεις για τη μέρα που θα σκάσει αυτός ο δίσκος που θα έχει αυτό το ασύλληπτο Groooooove του "Chill Haze" σε όλη του τη διάρκεια και θα σε γαμήσει τόσο που θα ξεχάσεις ότι έχεις ένα μπλογκ να ταΐσεις, ένα εθισμό της πούτσας και θα κάτσεις να γράψεις γιατί δεν μπορείς να κάνεις αλλιώς και το αποτέλεσμα θα έχει ουσία, ακόμα κι αν αναφέρεται στη δουλειά κάποιου άλλου και θα στάξεις τα ωραία σου λεφτά για να το αποκτήσεις, γιατί πρέπει να το βλέπεις εκτός από το να το ακούς, πρέπει να δεσπόζει στη δισκοθήκη σου και να πας μετά απ' αυτό για το επόμενο... 

6/6/11

Okkervil River - I Am Very Far

Προσπάθεια βουτιάς στον αμερικάνικο ήχο που τόσο πολύ σιχαίνομαι... Γιατί; Για τη φάση. Γιατί δεν έχω ν' ακούσω και τίποτα σοβαρό. Δεν ξέρω βασικά... Το τσέκαρα, δεν είναι ότι δε μ' άρεσε, ακούγεται ευχάριστα, οι αμερικανόφιλοι θ' αρρωστήσουν. Έχει αυτή τη Neil Young φάση κοπιαρισμένη στο έπακρο.
Όπως και να 'χει όμως δεν είναι με την καμία ο ήχος μου. Τέλος. Είμαι της αγγλουριάς τελείως. Του Judge Dredd όχι του Captain America. Πώς να το κάνουμε δηλαδή. Θέλω groove και φλωριά, όχι γκάνια, σουπερήρωες και Τζον Ράμποου. Βαριέμαι. Βαριέμαι την κλάψα των καουμπόιδων. Βαριέμαι αυτή την αγορίστικη αηδία, βαριέμαι τη ροκιά, την κλαψομπλουζιά. Βαριέμαι την ιδρωτίλα, τα αθλητικά, τις πίτσες, τις μπύρες, τα Camel τα άφιλτρα...
Δε με συγκινεί η αμερικάνικη έρημος, για ταξίδια ονειρεύομαι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, πολιτισμό, όχι αγριάδα, αντριλίκι και ευαγγελιστές...Ξερνάω με τη μαλακισμένη χριστιανοθρεμμένη αρχιδοεικόνα της Αμερικής, με απωθεί, αυτή ξέρω και χέστηκα για τα παραπέρα. Σαφώς και αναγνωρίζω ότι έχει παράγει σεβαστές ποσότητες τέχνης, το 'χω ξαναπεί νομίζω, όλα τα μουσικά genres εκεί ξεκίνησαν... Αλλά δε γαμιέται, τη σιχαίνομαι την πουτάνα την ήπειρο, να πάει να γαμηθεί, αυτή και οι απόγονοι του Μακάρθυ, που δεν μπορούν με τίποτα να με πείσουν για το αγαθό των πολιτικών προθέσεών τους...
Αυτά... Καλούτσικος είναι ο δίσκος, σοβαρά τώρα...

12/4/11

Bearsuit - the Phantom Forest

Τη γουστάρω αυτή τη μπάντα. Έχει αυτό το "adventurous" στοιχείο στην pop που παράγει. Γαμάτη φάση, αναμφισβήτητα. Όχι στη φάση των Campesinos ή των Go! Team, αυτοί με τη C86 μεγάλωσαν, αλλά άκουσαν κι άλλα πράγματα και τα έχωσαν όλα και ιδού... Στιγμές μου θυμίζουν και τις Le Tigre, ελάχιστες στιγμές, δεν ουρλιάζουν τόσο πολύ, κακώς...
Και τώρα σκάει το μεγάλο ερώτημα... Ταιριάζει η indie pop με τον αλκοολισμό; Σοβαρά ρε... Μπορεί κάποιος να γίνεται κώλος όταν από πίσω παίζει Shop Assistants; Η εικόνα που παρουσιάζεται, έχει κάποια... εχχχμμμμ... συνάφεια; Κάποιο νόημα; Κάτι; Οτιδήποτε ρε! 
Όχι ε; 
Το φαντάστηκα... 
Γιατί ρε πούστη τότε όποτε ακούω γλυκούλικες μελωδίες από ζαχαρωμένες κιθάρες θέλω ν' αρπάξω το μπουκάλι με το Jameson, ν' ανάψω ένα Gauloises και να χαζεύω πίνακες του James Jean; Μπορεί να μου το εξηγήσει κάποιος αυτό; Αρχίδια μπορεί...
Δε θα 'πρεπε κανονικά να θέλω να τρέξω στις εξοχές με το καλάθι του πικ-νικ, ποδήλατο πάντα, να χασκογελάω σαν ηλίθιος σε κάθε στροφή κι άμα δω κάνα γατί να κάνω μια στάση για να βάλω τα κλάματα; Τι σκατά μου συμβαίνει ρε; Γιατί δεν μπορώ να ζήσω τα μικρά πράγματα, να τα χαρώ; Διάβασα και τις "Γυναίκες" του Μπουκόφσκι πρόσφατα. Γιατί ρε μαλάκες δε βγήκε κανείς να μου πει "Σταμάτα επιτέλους να τον κοπιάρεις έχει καταντήσει γελοίο";   

Υ. Γ.: Μου λείπει το Magiska...