9/6/18

Lean in when I Suffer

 


– Τσεκάρεις μία το Δελτίο Τύπου;
– Για φέρε.
– Το ‘χω αφήσει στο γραφείο σου
– Μμμμμ…
– Τι;
– Έχεις γράψεις ότι παίζουν Psychedelic Prog Dubstep Rock’n’Harsh Noise.
– Ναι, προσπάθησα να είμαι όσο πιο ακριβής γινότανε.
– Σύμφωνοι, αλλά δεν μπορούμε να το πουλήσουμε.
– Τι εννοείς;
– Μα είναι περιγραφή αυτή; Χωρίς να ‘χω ακούσει νότα, αυτό μου λέει ότι παίζουν κάτι μεταξύ Parliament – WhiteHouse με Dream Theater ξέρω ‘γω.
– Κάτι τέτοιο είναι.
– Σοβαρά τώρα;
– Έχουν και μια διασκευή Donna Summer.
– Δεν μπορούμε να το πουλήσουμε.
– Μα δεν είναι για να πουλήσει, είναι πολύ επιστημονικό, πειραματικό. Είναι για άλλες καταστάσεις, για να χορεύει και το μυαλό μαζί με το σώμα.
– Μήπως ξεχνάς τι δουλειά κάνουμε;
– Τι εννοείς;
– Εννοώ ότι αύριο μεθαύριο θα έρθουν εδώ μέσα, θα μοστράρουν το κωλοβινύλιό τους στη βιτρίνα και θα πρέπει να το παρουσιάσουν, οι δε πενήντα άνθρωποι που θα μαζευτούν στην καλύτερη, θα πρέπει να φύγουν με το πλαστικό στο χέρι. Με καταλαβαίνεις;
– Ωραία και πως το σώζουμε;
– Απλά, εκεί που έχεις γράψει την περιγραφή πέτα μέσα τη λέξη “punk”.
– Μα δεν είναι πανκ.
– Ε και;
– Τι ε και, να γράφω μαλακίες;
– Δεν είναι μαλακία, είναι good promotion. Με αποτέλεσμα. Θα το δει ο άλλος το prog και τα σκατά, θα πει να ακούσω Yes εν έτει 2018; Όχι, κύριε. Ενώ αν του πετάξεις ένα πανκ μέσα, θα θυμηθεί ο σαραντάρης τα λάιβ στη Βίλα που ΔΕΝ πήγαινε, θα πει ΟΚ, είναι πανκ, είναι καλό, φέρτο.
– Πας καλά;
– Κάλλιστα. Ακόμα και να ‘χει δει το μαλακοβίντεο που ανεβάσανε προχτές που την έχουν δει Spiders from Mars on Downers, θα πει ο άλλος “για να λέει πανκ, κατι δεν κατάλαβα”, τσαααααακ, περνάει στο σύστημα το cool και τε-λεί-ω-σε. Το βάφτισες; Είναι.
– Καλά είσαι θεόςςςςς.
– Όχι παίζουμε.
– Ρε συ δε μου πες ότι δεν τους είχες ακούσει;
– Βάζω κανά σκουπίδι που και που για να γελάσω μωρέ, μην τρελαίνεσαι.

21/5/18

Drinking Bottled Oi

 

Η προσπάθεια να κόψεις το κάπνισμα, δεν πρέπει να ξεκινάει όταν έχεις να πας σε live. Εκτός του ότι θα φρικάρεις μέσα και θα ψάχνεις για τσιγάρο, θα καπνίσεις σίγουρα και θα διακόψεις και κάποιον από τη φάση του για να ικανοποιήσει τις επιθυμίες σου με την ποσότητα που διαθέτει και όχι, είναι μαλακία, είναι λάθος. Πήγα σε μερικά λάιβ τον τελευταίο καιρό, βγήκα, είδα κόσμο. Σε κανένα “μεγάλο” δυστυχώς ή ευτυχώς, δεν ξέρω, νομίζω τα κλαμπζ με έχουν κουράσει. Πάντα γκρινιάζω για τον ήχο ας πούμε. Κακά τα ψέματα πλερώνω, θέλω να γουστάρω. Και για να γουστάρω πρέπει να έχω ήχο.  Αντίθετα, πας σε ένα DIY live και ακούγονται όλα αναπάντεχα δυνατά και σωστά. Και καλύτερα. Άσε τον κόσμο. Πλέον αισθάνομαι άνετα με το γεγονός ότι ανεβάζω το μέσο όρο ηλικίας, γιατί τα μικρά γουστάρουν. Δε συμμετέχω με το σώμα μου, αλλά δεν κολλάω να τα ρωτήσω ποιος παίζει τώρα. Πάντα ξέρουν, γιατί αυτόν/αυτούς έχουν πάει να δουν. Ζηλεύω και λίγο. Στα λάιβ της Faction ας πούμε, μου φαίνεται ότι το από κάτω κοινό συγκροτούσαν μεν συνομήλικοί μου, αλλά ήταν όλοι είτε χορτασμένοι, είτε παρααισθάνονταν ελίτ για να χορέψουν. Δεν πάει έτσι ο μουσικός μπροστά, παιδάκια. 
Είδα και το ντοκ για την Inner Ear. Αναγνωρίζω 1.000% την προσπάθεια που κάνει η εν λόγω Εταιρία να κυκλοφορήσει/σπρώξει τη μουσική που γουστάρει. Συμπάσχω με την αγωνία των συμμετεχόντων να υπάρξουν μέσα σε όλο αυτό, το της “εγχώριας σκηνής” και όχι μόνο. Πλην όμως σ’ εμένα έβλεπα όλο το κοινό μας στα λάιβ. Τελείως χορτασμένος από αυτή τη φάση ή τραγικά ελίτ για να χορέψω. 30something τύποι ή εκεί γύρω παράγουν εξαιρετική μουσική, αναμφισβήτητα, πλην όμως οι ακροατές πεινάνε για άλλα πράγματα. Το indie έλεγε πολύ παλιά κάτι στους έφηβους και κυρίως στην Αγγλία, όχι εδώ. Εδώ τα κυρίαρχα είναι το πανκ, το μέταλ και το χιπ χοπ. Αυτό είδα στις επισκέψεις μου στα DIY. Δεκάδες νεαρούς και νεαρές από κάτω όταν στη σκηνή παίζουν κάποιοι παντελώς άγνωστοι σ’ εμένα κι όμως τα μικρά ξέρουν όλους τους στίχους τους. Η εφηβεία τους σημαδεμένη από κάποιους που οριακά μπορώ να ανεχτώ. Αδέρφια, καλλιτέχνες, αποτύχαμε.
Από τις αρχές της χρονιάς έχω κρεμάσει την κιθάρα και σκέφτομαι. Μ’ αρέσει να το φιλοσοφώ το θέμα, πως να το κάνουμε. Έκανα ένα αρκετά αυστηρό διαχωρισμό στους μουσικούς της “σκηνής”, στα χρόνια που κι οι σκυλάδες δυσκολεύονται να βγάλουν τα προς το zine. Υπάρχουν αυτοί που κάνουν αυτό που γουστάρουν, κι υπάρχουν κι αυτοί που κάνουν κάτι σημαντικό. Το να κάνεις εξαιρετική μουσική, είναι κάτι που γουστάρεις. Το να κάνεις κάτι όμως – ας είναι και σκατά – και να το τραγουδάει κόσμος, να μένει μέσα του, είναι σημαντικό. Ακραίο; Μπορεί. Ηλίθιο; Πιθανότατα. Η αποψάρα μου; Γιου μπέτσα.
Να διευκρινίσω εδώ ότι καμία φάση/στάση εκ των ανωτέρω είναι “κακή”. Γίνεται όμως όταν έχεις αυταπάτες. Δεν μπορείς να ανήκεις στη μία κατηγορία και να αισθάνεσαι ότι ανήκεις και στην άλλη. Αρχίζεις μετά να μην περνάς καλά όταν έρχεται η κριτική. Και στις μέρες μας είναι μπόλικη. Στην τελική δεν κερδίζεις ποτέ, τα μικρά ακόμα φοράνε μπλούζες Guns ‘n’ Roses και Metallica, ενώ στα χρόνια τους συμβαίνουν τα πάντα. Πόσο σκατά είναι αυτό; Άσε θα σου πω εγώ: πολύ. Οι παλιοροκάδες από τότε βλάκες μου φαινόταν, το τώρα έχει σημασία και αυτό είχε πάντα. Αρκετά όμως. Το κλείνω με μία παραβολή:
Θυμάμαι κάτι άρθρα του Κοντογούρη, ή συνέντευξη στο Fractal ήταν, μπορεί και τα δύο, που έλεγε σκατά το Foetus, το Grunge θόρυβο και άλλα τέτοια. Έτυχε να ξέρω όλους τους στίχους που βγήκαν από το Seattle μεταξύ 1989 – 1994 και να θεωρώ τον πρώτο το τελευταίο πραγματικά εξαντλητικά συγκλονιστικό που άκουσα. Στην πρώτη θέση των αγαπημένων μου όλων των εποχών, μία είναι οι Sonic Youth, μία ο Jim Thirlwell. Τι ξέρει αυτός, λοιπόν; Τίποτα.  

5/3/17

Wait a Minute, ’cause my Heart’s not in it

 


Έκανα ένα τεστ τις προάλλες, απ’ αυτά τα πολύ ίντερνετ, ούτε που θυμάμαι σε τι αφορούσε. Μία από τις ερωτήσεις ήταν αν το ροκεντρόλ ζει ή πέθανε. Υποστήριξα με τρομερό διαδικτυακό πάθος το πρώτο. Ευθύς αμέσως ανέτρεξα στο σκληρό μου και στους τελευταίους δίσκους που κατέβασα, τους φετινούς, προκειμένου να αποδείξω στον εαυτό μου το  δίκαιο των ισχυρισμών μου. Και τι βρήκα; Αρκετά και ενδιαφέροντα. Πλην των δύο που ανέφερα στο αμέσως προηγούμενο άρθρο, πέρασε κάμποσος καιρός από τότε, το αναγνωρίζω, εντόπισα κάμποσα άλλα, το απολύτως λυπηρό όμως, ήταν το σύνολο των όσων περιείχε. Εξηγούμαι. Πέραν των ελπίδων του αύριο, είχε γκώσει με επιστρέφοντες του χθες, που βεβαίως και τσέκαρα με συγκρατημένο ενθουσιασμό, ο οποίος φτάνοντας στο δεύτερο κομμάτι του εκάστοτε έργου είχε εξανεμιστεί. Wire, Feelies, Bats, φάκιν Modern English ρε γαμώτη και σκέπτομαι ότι έπονται Jesus & Mary Chain, Ride και ειλικρινά δεν ξέρω κι εγώ τι άλλο. Δεδομένου του ότι η μοναδική επανασύνδεση που είχε κάτι να πει σε όοοολη την ιστορία της μουσικής, όταν μας επισκέφτηκε (και) φέτος ούτε που μου πέρασε από το μυαλό να ξεκουνηθώ από το PS3, ναι, μάλλον ήρθε ο καιρός να αφήσουμε τους νέους – και πιο ορεξάτους – του σήμερα να εξηγήσουν πως έχει η κατάσταση. Δηλαδή, εσείς μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε, εγώ αυτό θα κάνω.
Και τι να εξηγήσουν βασικά. Δημιουργούν χωρίς τις πλάτες της μουσικής βιομηχανίας, η οποία επιμένει να προωθεί είτε κάτι τελείως νερουλά (βλέπε Ed Sheeran), είτε τα απολύτως βλακώδη (βλέπε οτιδήποτε νοείται ως Hip Hop από το 2013 και μετά), χωρίς τη στήριξη οιασδήποτε σκηνής, χωρίς λόγο και αιτία. Πέραν αστειοτήτων όπως το περσινό πόνημα των Metallica, η κιθαριστική μουσική μάλλον τα ‘χει λίγο χαμένα. Εκεί κατέληξα και έχω πάντα δίκιο, είναι η υπερδύναμή μου. Δε βρίσκω, λοιπόν, κανένα καλό λόγο να μην ασχολούμαι μόνο μ’ αυτή. 
Η Αγγλία, έχοντας αποδεχτεί πλέον ότι η πάρτυ μιούζικ δε φτιάχνεται πλέον με κιθάρες, δίνει διαρκώς ελάχιστα δείγματα άξια λόγου, πλην όμως αρκετά εξ’ αυτών τυγχάνουν πλέον του αξιόλογου. Το χάος. Μέχρι στιγμής, προσωπικά και τελείως υποκειμενικά μιλώντας, αδυνατώ να βγάλω από τ’ αυτιά μου τους δίσκους των Cabbage και των Vant, brit-punkers αμφότεροι, με συνθέσεις που θα ζήλευαν όλοι οι πρωτοδιδάξαντες του “ελαφρού” πανκ των ’90ζ. Από Αμέρικα φάση τα είπα και στο προηγούμενο, ας προσθέσω και τους Meatbodies στο παρόν και καθαρίσαμε. Και τους Dude York. Είναι πάλι, λοιπόν, η σειρά των Αυστραλών να σώσουν και πάλι το ροκεντρόλ. Ούτως ή άλλως ανέκαθεν το έκαναν καλύτερα από τους προαναφερθέντες. Δεν είμαι απολύτως έτοιμος να ξεμπερδέψω μ’ αυτή τη σκηνή ακόμα, αλλά για τη φάση, ας αναφέρω τους κλασσικούς πλέον King Gizzard & the Lizard Wizard και τους αλήθεια ασύλληπτους Buried Feather. Κόλλημα οι τελευταίοι.
Κλείνοντας και αυτό το σύντομο κείμενο, θα ‘θελα να επιστρέψουμε λίγο στη γαμάτη δεκαετία του ’90, που το ροκεντρόλ ήταν πραγματικά στα πιο γαμάτα του. Πέραν του προφανούς θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μία ανακάλυψη που έκαμα, ενδεικτική της γαματοσύνης της εν λόγω δεκαετίας. Οι Teen Starz του τότε, λοιπόν, είχανε γαμάτα ονόματα όπως Winona Ryder, Johnny Depp, Ethan Hawke, Jude Law κλπ. Σήμερα τι έχουμε; Robert Pattinson, Kristen Stewart, Jennifer Lawrence, Emma Watson… Yawn, σαφέστατα. Δεν υπάρχει ελπίδα για τα τέκνα του αύριο, αλήθεια.

20/11/16

Those Sad Plebes down below

 


Στις δισκοκριτικές του τελευταίου τεύχους του Wire, συγκεκριμένα στο section που αναφέρεται στο Avant Rock, γιατί το σκέτο δεν έχει θέση στις σελίδες αυτού του περιοδικού, οι μισές ήταν αναλύσεις/προσεγγίσεις σε metal δίσκους. Είχα γράψει κάτι αντίστοιχο προ αμνημονεύτων, για την εισβολή της L’ Oreal σε ένα κόσμο που με την παρουσία τους μαστίζουν καραφλίζοντες overthinkers, πλην όμως ο απειροελάχιστος αντίκτυπος του άρθρου με αναγκάζει να επιστρέψω με μία ακόμα προσπάθεια, η στέψη της οποίας με αποτυχία, είναι απολύτως βέβαιη. Εντάξει, το συγκεκριμένο είδος κατάφερε να καταστρέψει το αγαπημένο μου πανκ, μόλις αυτό είχε αρχίσει να μπολιάζεται με απείρως πιο ενδιαφέροντα πράγματα, όπως η Dub και η Jazz, γιατί να σταματήσει εκεί;
Μέσα στις υπόλοιπες, εντύπωση μου έκανε ένα εκτενέστατο ρηβγιού στο τελευταίο πόνημα των Darkthrone, το οποίο ομολογώ έσπευσα να τσεκάρω. Περίμενα, λοιπόν, να ακούσω αρρωστημένα και προχωρημένα blasts έκστασης, που στην καλύτερη θα μ’ έστελναν στο διάολο. Αντ’ αυτού τι άκουσα; Το μάντεψες, άκουσα Metal. Κλασσικό, χωρίς εκπλήξεις και, ας με συγχωρήσουν οι μυημένοι, λίγο ανέμπνευστο. Τι δουλειά είχε, λοιπόν, στο ναό της “καινούριας” μουσικής; Μήπως επειδή ατελείωτα χρόνια υπήρξε αντικείμενο χλεύης, οι γενιές άλλαξαν και δεν ξέρω τι, τέλος πάντων παίρνει την εκδίκησή του; Μαλακίες. Απλά το σύνολο της μουσικής παραγωγής του σήμερα και δη της “έξυπνης” είναι τόσο μεγάλο που από ένα σημείο και μετά ακούγεται κενό νοημάτων. Από την άλλη, εντός σπηλαίων τίκτεται ένα κακομακιγιαρισμένο τέρας, που χαρακτηρίζεται από την πολυπόθητη “γνησιότητα” στην έκφραση. Είναι αυτό που είναι. Κι άμα γουστάρεις. Ακούγεται σχεδόν εξωτικό. Αμόλυντο. Όπως άλλωστε, σε όλη του την ιστορία, αναπτυσσόταν ως παρασιτικός οργανισμός. Μόλυνε τα άλλα είδη με αντάλλαγμα τη διατήρηση του γενετικού του υλικού πεντακάθαρου.
Όπου υπάρχει δράση, βέβαια, υπάρχει και αντίδραση. Μουσικοί που ευελπιστούν να φιλοξενηθούν στο pitchfork και όχι στο Wire, η indie κοινότητα, έχει αφήσει τα χαρουμενοειδή ή κλαψοειδή του παρελθόντος και έχει βυθιστεί σ’ αυτό που έγινε σήμερα το αντίπαλο δέος της ξεραΐλας του πανκ και του μέτσαλ, την πσυχεδέλεια. Ένα είδος που ήταν πρωτοπορία μόνο στα sixties, καθώς η ανάπτυξη της τεχνολογίας επέφερε πσυχεδελικότερες προτάσεις στα ώτα από την αρχική, επανασυστήνεται τώρα ως ο τρόπος εξέλιξης της σύνθεσης. Η έτερη – σε μαζικό επίπεδο – πρόταση της μαυρίλας και της καφρίλας, είναι δεκάδες κλώνοι των πρώιμων Floyd και των Jesus and Mary Chain. Το μέλλον προμηνύεται ζοφερό. Η δε συνέχιση της φρικοειδούς φάσεως, η οποία ήταν και η ελκυστικότερη κατ’ εμέ έως σήμερα, η Freak Beat, Delerium και τα συγγενή, μας έχει αφήσει χρόνους και είναι κρίμα γιατί γαμούσε.
Η εδώ σκηνή δε θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από τες εξελίξες με αποτέλεσμα οι δυο talkοδέστεροι of the town δίσκοι να είναι από τη μια των Ruined Families και από την άλλη των Chickn. Οι πρώτοι φορούν περήφανα τις Black Metal επιρροές τους, οι δε δεύτεροι τις old school prog. Η αποψάρα μου είναι μάλλον γνωστή, μία από τις δύο μπάντες άλλωστε έχει μόνιμη θέση στους φίλους των οποίων τη δουλειά προτείνω ανεπιφύλακτα, η δεύτερη παρόλα αυτά είχε φιλοξενηθεί σε μία από τις συλλογές που έχω κατά καιρούς επιμεληθεί, b4 they were cool βεβαίως βεβαίως. Πλην όμως, ως απόλυτος υποστηρικτής της μουσικής του σήμερα και ως άνθρωπος που κατά το δυνατότερο προσπαθεί να ζει σε ό,τι έχει η σιχαμένη εποχή να του προσφέρει, δεδομένου ότι οι Ruined μεταφέρουν αποτελεσματικότερα το μήνυμα του τι συμβαίνει, ενώ οι Chickn εμμένουν στο να θυμίζουν ότι κάτι στο σήμερα έχει πάει λάθος, γι’ αυτό ας αφεθούμε στην ασφάλεια των όσων απήλθαν, εγώ (τρεις τελείες, ανεπαίσθητες και γιομάτες νοήματα). Καθείς με τις χάρες του, λοιπόν, ως αγοραστής όμως πρέπει να ορίσεις τις επιλογές σου κι εδώ εγώ σταματώ και σ’ αφήνω να επιλέξεις. Εμένα είναι νομίζω προφανής.
Συνοψίζοντας επί του γενικοτέρου και ως σύντομη προφητεία για τη συνέχεια του πράγματος, σκεπτόμενος δε ότι αμφότεροι οι εκφραστές νέων και παλαιών υβριδίων την καταβρίσκουν στα δάση, βάλε με το νου σου ότι συναντιούνται σε ένα με κωνοφόρα από τη μία μουσάτοι με τις κιθαρίτσες και τα μπόνγκοζ τους κι από την άλλοι μακιγιαρισμένοι βάρβαροι, με καρφιά, τσεκούρια και λοιπά. Εσύ ποιος λες ότι θα κερδίσει;

21/10/16

Fucking Tenderness

 


Παρτ ουάν:  A lil’ bit o’ the awld Histo-ree

Πολύ λίγοι δίσκοι με κρατάνε στη δουλειά αρκετά, μέχρι την ώρα που θα γυρίσω σπίτι να τους βάλω να παίξουν για να ησυχάσω. Τελευταία όλο και λιγότεροι. Ένας, άντε δύο όλη τη χρονιά. Ναι, τόσο καλά. Συνήθως χάνω το χρόνο μου στο να προσπαθώ να προσδιορίσω τι σκατά μου έκανε κάποτε η μουσική με αποτέλεσμα να αναζητώ σε καθημερινή βάση σχεδόν, αυτό το κάτι που θα επαναλάβει την αρχική εμπειρία. Όταν έρχεται τελικά πάντα θυμίζει κάτι παλιότερο. Είναι γεγονός ότι, όσο μεγαλώνεις, το πραγματικά καινούριο σπανίζει και καταλήγεις να αφήνεσαι στην ασφάλεια του γνώριμου, όχι απαραίτητα παλιού. Παρόλα αυτά βρισκόμαστε πια στο απόλυτο σημείο στο χρόνο, όπου στη μουσική τουλάχιστον δεν υπάρχει τίποτα δεδομένο και επιτρέπονται όλα.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και την προηγούμενη δεκαετία, με τη διαφορά όμως ότι στο πρώτο μισό της τουλάχιστον η δισκογραφία υπήρχε ακόμα. Τώρα, κακά τα ψέματα, δε χρειάζεται. Υπάρχουν άπειροι τρόποι να “δοκιμάσει” κανείς μουσική, χωρίς απαραίτητα να την αφήσει να τον διαμορφώσει. Η εποχή θα σημαδευτεί από μεμονωμένα τραγούδια και όχι από ολοκληρωμένα έργα. Δεν πειράζει. Το όλο θα βρει το δρόμο του, κάποιοι θα ξεχωρίσουν, απλά όχι με τον τρόπο που μας είχε συστηθεί.
Η προηγούμενη δεκαετία, επανέρχομαι, μπορεί γενικά να μην είχε να επιδείξει και πολλά σε επίπεδο πραγμάτων που “έμειναν”, πλην όμως στο πανκ συγκεκριμένα χαρακτηρίστηκε από σειρά επαναστάσεων ανά δίσκο κιόλας. Τα υπο-είδη άλλαξαν, ενώθηκαν με άλλα, παρουσιάζοντας δεκάδες διαφορετικές προτάσεις για να ταϊστεί η ακόρεστη πείνα της εφηβικής μανίας για δημιουργία – για καταστροφή – για δημιουργία. Ναι, επιτέλους το πανκ είχε το alternative του. Με εξαίρεση την ίσως όχι και τόσο απρόσμενη επιτυχία των Blood Brothers, οι εταιρίες, οι “μεγάλες ανεξάρτητες” πλέον και όχι οι πολυεθνικές, οι οποίες ήδη έπνεαν τα λοίσθια, παρότι άρχισαν να υπογράφουν μοϊκανούς σωρηδόν ψάχνοντας το “νέο”, καθότι οσμίστηκαν τη φάση που παίζει, δεν κατάφεραν και πολλά. Αυτοί που πραγματικά ένιωσαν ήταν πάλι οι μυημένοι, μεταξύ των οποίων και εγώ, οι οποίοι τυγχάνει να νοσταλγούμε αυτή τη δεύτερη “επανάσταση”, πιθανόν γιατί το τίποτα που συμβαίνει τώρα, πολύ απλά δεν έχει ξανασυμβεί στην ιστορία του πιο cool είδους έβερ. Βεβαίως, καταλυτικός παράγοντας για το mindfuck των ’00s, ήταν το Post Hardcore των ’90s. Η Dischord (κυρίως), η Amphetamine Reptile, η Touch & Go. Το οποίο βέβαια ο μουσικός τύπος που ένιωσε από τη μία τους ιδρωτίλες του Σχηατλ και απ’ την άλλη τους κουρασμένους τριαντατοσάρηδες λάτρεις της μοναρχίας, έσπευσε να ονομάσει “Emo” και να το τσουβαλιάσει με κάτι Sk8r Boiz με κορακί, ζελεδιαζμένο μαλλί και piercings, που δέσποζαν στο MTV εκείνη την περίοδο.
Σαν αποτέλεσμα αυτό είχε δεκάδες κομμάτι πιο ευαίσθητοι νεανίες, που έτρεμαν τον τέτανο που θα κολλούσαν αν έτρωγαν καμιά τσιμπιά από τα καρφχιά στα μπουφάν των Crustάδων, να μην επιχειρήσουν να δοκιμάσουν το τι έπαιζε στα υπόγεια. Αντί αυτών, λοιπόν, χειροκροτούσαν είτε γκιόζηδες που αντιπροσώπευαν εφήμερα “ευρήματα” του μουσικού τύπου σαν το Electroclash, τα οποία σήμερα θυμόμαστε και γελούμε δυνατά, είτε κλαυθμυρίζοντες τριανταρίσκους που συνέθεταν ντραγούδγια για μελλοντικές εκστρατείες υποψήφιων προέδρων των Ενωμένων Πολιτειών της Εμετικής, αφήνοντας εμάς τους υπόλοιπους αφενός να αισθανθούμε εξυπνότεροι των πάντων, αφετέρου να αναπτύξουμε μία καθόλα ανθυγιεινή ροπή προς το μισανθρωπισμό. Κοίταζες ολόγυρα στο μεταξύ και τα βραχύβια τρεντς, όπως οι, γραφικότεροι των Κατσαπάνκηδων, Athens New Yorkers με τις κουστουμνιές και το μαλλί κόκκαλο στο ταβάνι και το γέλιο ήταν τόσο που ο θάνατος έμοιαζε λύτρωση.
Εν-τάξει.

Παρτ του: A slow moeshun tuhrip to tahday

Το να αρχίσω το ανελέητο name-dropping από μπάντες που πλέον όλοι ξέρουν και (λένε ότι) λατρεύουν δεν έχει κανένα νόημα, το ίντερνετ είναι απέραντο κι εδώ ποτέ δεν ήταν σημείο πληροφοριών, οι εμμονές μου είναι παντελώς άχρηστες ακόμα και σε ‘μένα. Παρόλα αυτά θα μείνω σε μία, η οποία κυκλοφορεί νέο δίσκο σήμερα, μόλις μία δεκαετία μετά τον αμέσως προηγούμενό της.
Την πρώτη φορά που διάβασα για τους Planes Mistaken For Stars, ήταν στο καταπληκτικό Heart Attack ‘zine, που έβγαινε από την Ebullition, μια δισκογραφική που σμίλεψε τα γούστα μου όσο ελάχιστες. Τους περιέγραφε σαν Post Hardcore με ολίγη από Grunge και κάτι άλλα ψιλούδγια. Αγόρασα το Up in them guts από ένα distro που είχε στήσει ένας γνωστός, γκρι βινύλιο με νερά και το έβαλα να παίξει. Το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε ήταν η φωνή. Βαθιά, βραχνή, σα να ήταν μονίμως πνιγμένη στο ντιστόρσχιον. Εξαιρετική. Μετά κόλλησα με το αυτό που την πλαισίωνε. Ένα ασταμάτητο σφυροκόπημα από κιθάρα, μπάσο και ντραμς. Τα καλύτερα δηλαδή. Το πρώτο που μου έσκασε στο μυαλό ήταν οι Pearl Jam. Ντρέπομαι λίγο που το δηλώνω φωναχτά. Πλην όμως, όταν έγραψαν το Lukin συγκεκριμένα, νόμιζαν ότι έκαναν αυτό που έβγαινε από τα γκρι αυλάκια του δίσκου που είχα μόλις αγοράσει. Αγνό πανκ, αγνή οργή, συναίσθημα. Χάρντκορ. Ποστ χάρντκορ. Τους βγήκε όμως λίγο τζούφχιο. Αναίμακτο. Κακά τα ψέματα, με τις πλάτες της πολυεθνικής δεν κάνεις επανάστα, ούτε καν ηχητικά μιλώντας. Των Planes απ’ την άλλη ήταν τόσο αβίαστα παθιασμένο, τόσο αυθόρμητα συγκλονιστικό, που έψαχνες σε κάθε γωνία να βρεις την απάτη. Δεν μπορεί ξαφνικά, εντός της χειρότερης από μουσικής παραγωγής δεκαετία, να εντόπισες τη μπάντα η οποία συγκέντρωνε όλα εκείνα τα στοιχεία που έκαναν τη βασισμένη στην κιθάρα σύνθεση ταυτόχρονα καινούρια και οικεία, ενώ παράλληλα έκανε πράγματα στα μέσα σου, που είχαν να γίνουν από το εξιδανικευμένο τότε.
Το δεύτερο που μου έσκασε ήταν οι Screaming Trees. Ναι, το Grunge το είχαν και το έχουν έντονο, δεν είναι κακό, είναι για την ακρίβεια το καλύτερο είδος μουσικής που μπορεί να (έχει) πετύχει κάποιος στην εφηβεία του. Εκτός αυτού όμως, έχουν και αυτό που, ρε παιδί μου, ξέρεις, ότι για να νιώσεις, πρέπει να χωθείς λίγο ακόμα. Και μετά ακόμα λίγο. Και η ανταμοιβή τελικά είναι μεγάλη και από το τίποτα σχεδόν μένεις με μία εμπειρία.
Δε θα ‘λεγα το ότι όταν διέλυσαν μου στοίχισε και λοιπές μαλακίες, δεν ήμουν στην εφηβεία, είχα σύνδεση στο ίντερνετ και ο ωκεανός του ήχου απλωνόταν παντού μπροστά μου. Για την ακρίβεια δεν το κατάλαβα καν. Αλλά έτσι είναι πια η φάση. Ακόμα και οι πιο αγαπημένοι, όταν αποφασίσουν ότι δεν το’χουν πια, απλά σβήνουν. Περνούν απαρατήρητοι. Τυχαία είδα στα feeds μου το Prey και ένιωσα κάτι να κουνιέται. Σα να έκανε επίσκεψη – έκπληξη ένας από τους (αρκετούς πλέον) φίλους μου που απέδρασε στα ξένα. Που παράλληλα βαρέθηκε και είπε να σκάσει για κάμποσο καιρό να φάει λίγο ήλιο. Τέτοιο πράμα. Περίμενα να κατέβει υπομονετικά και το έβαλα να παίξει. Και με τις πρώτες νότες του  Dementia Americana ήταν σαν να με έλουσε κύμα λύτρωσης κάπως. Απερίγραπτο. Έπεσα – διόλου τυχαία – πάνω σε “καλή μουσική”. Που έχει και κιθάρες. Γάμησέ τα. Από τότε παίζει συνέχεια, μαζί με τα παλιά βεβαίως και απλά περιμένω τον ταχυδρόμο να το φέρει. Και δεν κάνει καθόλου καλό στην τρισεκατομμυριοστή προσπάθειά μου να κόψω το κάπνισμα.

1/2/16

All Coltrane solos at once

 


H Madonna έχει πηδήξει κάποιους πολύ λαμπερούς ανθρώπους. Σα να τους ρούφαγε την ενέργεια για να στήσει μέσα στα χρόνια το “pop icon status” της. Ή μάλλον όχι την ενέργεια, την τέχνη. Κοιτώντας πίσω, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι μισώ με πάθος τη μουσική της, όλη την καριέρα της, τη μία ηλίθια μεταμόρφωση μετά την άλλη, αλλά αυτό της το αναγνωρίζω. Πολύ λαμπερούς ανθρώπους. Δε θυμάμαι, νομίζω ήταν η Lydia Lunch σε μια συνέντευξή της, δεν μπορώ να την εντοπίσω τώρα, που τη θυμόταν μαζί με “όλους” στη σκηνή της Νέας Υόρκης, από τη μια αγκαλιά στην επόμενη, απελπισμένη να χωρέσει. Να ενταχθεί. Σε κάτι αναμφισβήτητα σημαντικό, που αναγνωρίζεται μέχρι σήμερα.
Από τότε έχουν μείνει θαυμάσια ερείπια ανθρώπων, όσων κατάφεραν να επιβιώσουν τέλος πάντων, συγκλονιστική τέχνη και ένα αστέρι. Το οποίο συνεχίζει να λάμπει, χωρίς κανένα να αμφισβητεί την πορεία του, ξεκίνησε από το πανκ και έφτασε μέχρι την κορυφή του mainstream. Νομίζω ότι δεν ήταν αυτό που πραγματικά ήθελε, φαντάζομαι όμως ότι θα έμαθε να της αρέσει. Από την άλλη υπάρχουν άνθρωποι που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να αλλάζουν συνεχώς την εμφάνισή τους και τίποτα άλλο. Όλη η ποπ μουσική (τουλάχιστον) σήμερα μαστίζεται από περισσότερους στυλίστες, φωτογράφους, σχεδιαστές μόδας, παρά συνθέτες. Αν ρίξεις μια ματιά στη φάση ’80s για παράδειγμα, είναι λες και έχει στηθεί από καταστασιακούς. Σύνθεση, καταστροφή, ταυτότητα, αλλαγή, ταυτότητα, καταστροφή, σύνθεση. Και πάλι από την αρχή. Οι τωρινοί είναι απλά καλοντυμένες στελεχάρες πολυεθνικών με παχυλούς μισθούς που οι μοναδικές αναφορές που έχουν από το όλο pop culture οικοδόμημα είναι από εκείνη τη δεκαετία, μέσα στην οποία έτυχε να μεγαλώσουν και, βεβαίως, να απομυζήσουν τα απαραίτητα εν είδει επιρροής. Από Pop Culture σε Pop Couture. To κατάπτυστο έγινε αδιάφορο. Δε γίνεται δουλειά έτσι όμως.
Η “αναγνώριση” της τέχνης στην παρούσα φάση, ιδίως στο χώρο της μουσικής, έχει γίνει κάτι πάρα πολύ σχετικό. Τριάντα και βάλε χρόνια πριν οι έννοιες ήταν κατά κάποιο τρόπο συνυφασμένες, ακόμα και τα “ελαφρά” ήταν κάπως ντυμένα, είχαν μία ταυτότητα, όσο αλλοπρόσαλλη κι αν ήταν αυτή. Σήμερα η μοναδική φάση που είδα κάπως κάτι να μπερδεύεται ήταν αυτή η εμετική συνεργασία της Miley Cyrus μετους Φλέγming Lips. Καλά, παίζει να έχουν γίνει κι άλλες, αλλά δεν την παρακολουθώ τη φάση γιατί είμαι τέρμα ελιτιστής και με τη βλαχουριά ανακατεύομαι.
Τέλος πάντων, θέλω να καταλήξω ότι πλέον η τέχνη με το mainstream έχουν σχηματίσει δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους και είναι όλοι μέσα στη φούσκα της επιλογής τους και δεν πάει κανένας να δει πως τα περνάνε οι άλλοι. Προσωπικά δεν ήμουν ποτέ της μουσικής, άσχετα τι εντύπωση δίνω. Δεν ξέρω πολλά γι’ αυτή, ούτε πολλούς από τους εκφραστές της κι αριθμός αυτών που με ενθουσιάζουν είναι μάλλον μικρός. Όχι, είμαι της τέχνης και του πανκ. Κι επειδή το δεύτερο διανύει τη δεύτερη περίοδο: Punk’s not dead, it just sucks now, οι επιλογές έχουν ελαχιστοποιηθεί. η δε αναζήτηση τέχνης με ουσία, άξιας ν’ ασχοληθείς, να αφιερωθείς είναι γάμησέ τα χρονοβόρος ενασχόληση. Να εκφραστώ μάλιστα γι’ αυτή, κι αφού κανείς δε μου πλερώνει τους λογαριασμούς για να το κάνω, πλέον σπανίζει και τι να κάνω δηλαδή.
Το ότι τσέκαρα δίσκο π.χ. του Saul Williams, έγινε γιατί μέσα στο έργο του συνυφαίνονται πράγματα εκτός της μουσικής δημιουργίας. Ο εν λόγω κύριος είναι κατά βάση ποιητής και μάλιστα πολύ καλός. Τα παλιά τα χρόνια είχε παίξει και σε μία πολύ καλή ταινία, το Slam, με την οποία είχα κολλήσει άσχημα στα νιάτα μου. Όλη αυτή η φάση, η απολύτως αυθόρμητη έκφραση με λέξεις, εκφράσεις, ένταση. Ναι. ήταν κάτι άλλο. Καινούριο. Άξιο ενασχόλησης. Τέχνη πέρα από κάθε αμφιβολία. Μετά άρχισε να βγάζει ποίηση ενδεδυμένη με ήχους, στη Ninja tune αν δε με απατά η μνήμη μου και κόλλησα κι άλλο και τον παρακολουθώ μέχρι τώρα. Σήμερα, λοιπόν, αν υπάρχει κάποιος που εκφράζει ακριβώς αυτό που προσπάθησε να ολοκληρώσει ο Basquiat, είναι αυτός. Η παρούσα φάση τον θέλει κλεισμένο στη φούσκα του, μακρυά από το mainstream, βάζω στοίχημα πάντως ότι αν τον είχε ανακαλύψει η Madonna θα ψόφαγε να τον πηδήξει.

28/6/15

She Likes Surprises

 

Άκουγα τις προάλλες αυτό που έβγαλαν πέρυσι οι Soundgarden, με τα κομμάτια του πεταματού, τις διασκευές, τα λάιβ, ξέρεις. Άθλος. Όχι ότι έχει να κάνει με το υλικό η υπερπροσπάθεια. Το πιο κουραστικό της υποθέσεως είναι η συγκέντρωση όλων αυτών των σκέψεων που σκάνε με το που χώνεται το εκάστοτε ευρηματικότατο ριφφ και σε αναγκάζει σε φάση να χωθείς μέσα στο πληκτρολόγιο και να γράψεις ένα σκατό πράματα χωρίς – φυσικά – να πλερώνεσαι για να το κάνεις. Ίντερνετ, αυτή η μάστιγα. Ναι. Ο Ganesha είναι ο θεός της υπερπήδησης των εμποδίων και το μοναδικό σε θεότητα που μου ‘χει κάνει κάτι. Εδώ και κάτι χρόνια, λοιπόν, έχω ένα ράιτερ’ζ μπλοκ το οποίο ευελπιστώ να με βοηθήσει να υπερπηδήξω, αλλά δεν το κόβω. Όλως παραδόξως συνεχίζω να γράφω εδώ πέρα χωρίς να υπάρχει και καμία έτσι “λογοτεχνική”, “εικαστική” πρόκληση ξέρω ‘γω. Ψυχαναγκαζμάρες για πάντα. Can’ t live with them, fu-fu-fu-fu-fuck ’em (Geto Boyz ta life).
Η αυτοαναφορικότητα λένε σκοτώνει τη δισκοκριτική. Εύχομαι να το κάνει αργά και με μπόλικο πόνο. Αλλά ναι.
Το Badmotorfinger το άκουσα πριν ακούσω το Nevermind. Έως σήμερα το βρίσκω κατά τι επαναστατικότερο από το δεύτερο. Όχι ότι δε λάτρεψα και τα δύο, άλλωστε η διαφορά μεταξύ των ακροάσεων δεν ήταν παρά ημερών. Και τα δύο έργα ήταν από δαύτα που όλα τα τραγούδια είναι καλά. Που οι κιθάρες που τα συγκροτούν είναι τεράστιες και “καινούριες”. Περίεργες. Και τεράστιες. Δηλαδή πολύ μεγάλες και πάρα πολύ ογκώδεις. Που τα ακούς από την αρχή μέχρι το τέλος και ξανά και ξανά και ξανά και πάντα βρίσκεις κάτι αξιόλογο. Κάτι που δεν είχες προσέξει. Και σήμερα μου συμβαίνει αυτό, χαίρομαι που το λέω, απλά λίγο πιο σπάνια. Και πάλι όμως. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου δυστυχώς ή ευτυχώς.
Στα ορίτζιναλς, το πρώτο εκ των τριών δισκίων του περσινού πράγματος που εκυκλοφορήθη από τους κάποτε πολύ αγαπημένους Soundgarden, έχει κάμποσα παλιά, μερικά που τα είχα πετύχει σε κάτι σάουνττραξ, τέλος πάντων έχει πολλά. Έχει και καινούρια. Η διαφορά μεταξύ τους είναι συγκλονιστική. Τσεκάροντας τα πεταμένα των ’90ζ, θυμήθηκα ξανά γιατί λάτρευα κάποτε αυτή τη μπάντα, είναι “εμπνευσμένα”, δεν έχει να κάνει με τον ήχο, αυτός δεν έχει αλλάξει και πολύ, οι συνθέσεις ρε, είναι εικόνες. Παραστάσεις. Doc Martens, βερμούδα και κολάν.  Για τα γενέθλιά μου, παρεμπιπτόντως, που πλησιάζουν επικίνδυνα, έδωσα μια μικρή περιουσία για τα δεδομένα μου και αγόρασα ένα ζεύγος. Μάρτενς ντε. Γιατί; Δεν ξέρω γιατί. Για τη φάση. Όπως όλα άλλωστε. Όχι ότι ενδιαφέρει και κανένα, αλλά τέλος πάντων.
Αλλά ναι. Παλιά βέρσουζ καινούρια. Ναι, Μαργαρίτα Καραπάνου, η διαφορά μεταξύ των είναι στα όρια του τραγικού. Παίζει το αισχρά τιτλοφορημένο Live to Rise και το μόνο που σκέφτομαι είναι “Κουμπάρος τηζ Βίσση”. Έχει αυτό που απολαμβάνουν τις δάφνες και δεν προσπαθούν και πολύ. Σαν αυτό το σόλο δίσκο που είχε βγάλει προ αμνημονεύτων ο Κορνέλλ. Που είχε αν θυμάμαι καλά, ένα κομμάτι που ακουγόταν; Δύο; Δύσκολο. Αλλοτρίωση. Τι αλλοτρίωση δηλαδή, απαλλοτρίωση. Απαλευτρίωση. Μία κάποτε ασύλληπτα ικανή μπάντα που αποφασίζει να κυκλοφορήσει, χωρίς να κοπιάσει. Αυτοί είμαστε σήμερα. Είμαστε γέροι. Σας αρέσει δε σας αρέσει. Γέροι. Και βαριόμαστε. Και θέλουμε και τα λεφτά σας. Γιατί τα δικά μας είναι πολλά, πλην όμως επ’ ουδενί αρκετά.
Και ξαναβάζω τα παλιά. Ακούω και τις διασκευές. Η μπάντα κάποτε είχε οίστρο (καύλες). Τώρα δεν έχει. Τον οίστρο που είχε μάλιστα δεν κατάφερε να τονε μεταλαμπαδεύσει στους απογόνους της. Ιδίως ακούω κάτι συναδέλφους από την εδώ σκηνή που προσπαθούν να το ψιλοπαλέψουν το γκραντζ Αμερικλάνοι Σχιατλ Στόνερ τσιρουίδα μπαντάς-ε μαβαφάκα και είναι πχιο για γέλια κι από τους Candlebox. Ναι αμέ. Συμβαίνουν αυτά, δεν πειράζει. Συμβαίνει σε πολλούς εκ των όσων τα παρατάνε και μετά δεν τα παρατάνε και τόσο, αν όχι σε όλους. Λίγες (μία) επανασυνδέσεις – α ναι, το γύρισα πάλι πριν αρχίσω το κράξιμο, γιατί ήμουν τόσο μα τόσο μα τόσοτόσοτόσοσοσοσοσοσοσοσο κοντά – άλλωστε είχαν κάτι να πουν και εκτός αυτού θύμιζαν και τις παλιές καλές μέρες, αν όχι και λίγο καλύτερες μερικές φορές. Ή έγιναν χωρίς να θυμίζουν τίποτα απολύτως, έγιναν κάτι άλλο, απλά με ένα όνομα, ένα brand στο εξώφυλλο και είτε απογοήτευσαν ή το αποτέλεσμα ήταν τόσο μη συγκρίσιμο με τα προηγούμενα που γοήτευσαν. Δες, για να καταλάβεις τι εννοώ, την περίπτωση εφέτο των Pop Group. Είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ήταν, αν όχι τελείως, αλλά το πήγαν αλλού χωρίς να το πάνε, κράτησαν ζωντανό το χάος, τον οίστρο (καύλα) και εν ολίγοις τα κατάφεραν.
Οι Soundgarden δεν τα κατάφεραν. Δε μπόρεσαν και δε μπορούνε. Και δυστυχώς υπάρχουν τα παλιά τους τραγούδια για να το θυμίζουν.  Δεν ξέρω, αν ήμουν στη θέση τους θα φοβόμουν να κυκλοφορήσω μια τέτοια συλλογή για να αποφύγω τέτοιου είδους συμπεράσματα από τους ακροατές μου. Τουζ φανζ. Δεν έχω και δεν είχα, αν είχα όμως  θα έτρεμα μήπως τους απογοητεύσω. Και νομίζω ότι δε θα τα σκεφτόμουν τα φράγκα. Πολύ. Εκτός κι αν ήθελα ν’ αγοράσω κανένα καινούριο ζευγάρι Doc Martens. Όταν παλιώσουν αυτές, βέβαια. Με στενεύουν λίγο για να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Θα πρέπει να προσευχηθώ πάλι στο Ganesha. Παίζει να ‘χει αρχίσει να με βαριέται λίγο.

25/2/15

Back from the back from the grave

 

Σε όλες τις συνεντεύξεις μουσικών, αν αυτός που κάνει τις ερωτήσεις σέβεται τον εαυτό του, την υστεροφημία του και το αναγνωστικό κοινό του, θα ρωτήσει σίγουρα για τις επιρροές που οδήγησαν τον καλλιτέχνη στο να φτιάξει το προϊόν το οποίο τον έφερε ενώπιον του μαγνητοφωνακίου. Οι περισσότεροι θα αναφέρουν κάποιον ή κάποιους άλλους μουσικούς, το έργο τους, ίσως κάποιο συγκεκριμένο από το σύνολο της δισκογραφίας τους. Οι πιο μορφωμένοι θα παίξουν το χαρτί της ψαγμενίτιδος, άρα θα πετάξουν πέντε ασυναρτησίες για τον ήχο κάποιας εταιρίας ή κάποιας δεκαετίας, ή κάτι εξίσου γενικό, χωρίς ίχνος ουσίας και ειλικρίνειας. Οι τελείως βλάχοι θα περιοριστούν στην κόρη, τη γυναίκα, τον πατέρα τους που έβγαλε παρανυχίδα στον κυνόδοντα ή στη νέα σειρά ρούχων που λανσάρουν μέχρι να τους βγει η πέτσα από τα μούτρα. Τέλος, οι αθεράπευτα βλάκες θα μιλήσουν για κάποιο φυσικό φαινόμενο, συχνότερα όλων ακούγεται η βροχή.
Πιο σπάνια, ως επιρροή κάποιος αναφέρει μία συλλογή. Θυμάμαι συγκεκριμένα τους Yo La Tengo να αναφέρουν τα Nuggets. Τους D.S.B. τα πρώτα Killed By Death. Και σχεδόν σε κάθε συνέντευξη Garage Punk μπάντας, εμφανίζονται σαν το Τέρας της Μαύρης Λίμνης τα Back From The Grave.
Είναι λίγο περίεργο, όπως και να το κάνεις, να σε επηρεάσει μια συλλογή τραγουδιών από διαφορετικές μπάντες, σπάνια επιτυγχάνεται η ομοιομορφία που θα συνθέσει ένα σαφές σύνολο που κάπως θα περάσει μέσα σου και θα διαμορφώσει αυτό το κάτι, ρε παιδί μου. Αυτό που θα σε κάνει να πιάσεις μια κιθάρα και ν’ αρχίσεις να μιμείσαι αυτό που βγαίνει από τα ηχεία. Δεν ξέρω, έτσι μου φαίνεται. Κι όμως. Οι προαναφερθείσες το έχουν αυτό. Η τελευταία σειρά ιδίως το ‘χει και με το παραπάνω. Κατά κάποιο τρόπο ο Tim Warren της Crypt Records κατάφερε να μαζέψει ό,τι τοξικότερο σε απόβλητο μπόρεσε να εντοπίσει στα υπόγεια και το έφερε στην επιφάνεια. Όλοι οι τελειωμένοι της αμερικλανικής ηπείρου, χωρίς καμία ελπίδα να πετύχουν οτιδήποτε, μαζεύτηκαν κάποια στιγμή στα σίξτυζ σε ένα αισχρό στούδιο και ηχογράφησαν συνθέσεις αναμφισβήτητα καλοπαιγμένες, αρκετές από αυτές εξαιρετικές και εξαφανίστηκαν. Για κάποιον που ψάχνει καταξίωση, αναγνώριση, ίσως να ζήσει από τη μουσική του (τι μαλάκας θε μου), αυτό μπορεί να μη λέει απολύτως τίποτα, αλλά για ένα πλάζμα σαν και του λόγου μου που έμαθε να ζει για το τώρα λέει πολλά.
Σκέψου, δεκάδες προσπάθειες καταδικαζμένες να αποτύχουν, άλλες μπορεί να το γνώριζαν, άλλες όχι, χώθηκαν, προσπάθησαν, απέτυχαν παταγωδώς όπως ήταν αναμενόμενο κυρίως από τους γονείς τους, κάπως όμως κατάφεραν να επηρεάσουν με την πνευματική τους ιδιοκτησία δεκάδες ανθρώπων με μουσικά όργανα μετά από αυτούς. Αν είναι κάτι αυτό; Μα το ρωτάς;
Δες τώρα τη φωτογραφία του άρθρου. Κάτι γκαραζοπάνκς από τα παλιά ρίχνουν στις φλόγες της κολάσεως ένα κατσαπάνκη, ένα χίπστερ κι ένα χάπατο που φκιάνει μουσική με το κομπιουτεράκι του. Θα σκεφτείς ότι είναι ίσως τρίμπιουτ σ’ αυτές τις συλλογές, ιντερνετικό κάτι, ξέρεις… Γιατί η αρίθμηση σταμάτησε στο 8 πριν πολλά χρόνια. Μετά θα δεις το 9. Και θα αναρωτηθείς.
Ναι ρε. Back From The Grave Volume 9 & 10. Και η ιστορία σταματά. Και η ιστορία ξαναρχίζει.

14/3/14

At the Indie Disco

 


Ο λόγος που έχω ψιλο-σκυλοβαρεθεί το να γράφω τόσο συχνά όσο παλιότερα, ευχαριστώ που ρώτησες, είναι απλός, αλλά επειδή είμαι τέτοιος τύπος θα τον υπεραναλύσω στις επόμενες γραμμές. Για scroll down ένα λεπτό. Γάμησέ τα ε; Ξέρω. Η εικόνα είναι προφανώς παραπλανητική (και εξαιρετική), δεν ακολουθεί ούτε κανένα νουάρ διήγημα ούτε έχει να κάνει με το πιο καυλωτικό πράγμα που υπάρχει στον κόσμο και μπορεί να κάνει μόνο μια γυναίκα, να αγγίξει δηλαδή τις γάμπες της. Απλά. Το κόμικ στο μεταξύ του οποίου το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους κοζμεί το παραπάνω αριστούργημα ήταν ψιλο-μέτριο. Wildstorm, τι να σου κάνει…
Αλλά άλλο έλεγα. Ο λόγος, πρώτα και κύρια, που ασχολούμαι με όλο αυτό, ψυχαναγκαστικά σχεδόν, είναι για να κρατάω λογαριασμό του τι παίζει γενικά στην κιθαριστική μουσική κάθε χρόνο. Καθένας με τα χόμπυ του. Εξίσου ψυχαναγκαστικά, λοιπόν, προσπαθούσα να τσεκάρω σχεδόν κάθε δίσκο που ταίριαζε στην εν λόγω κατηγορία, αν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορία, δίνοντας έμφαση σ’ αυτό που λέμε indie (sic). Genre που δεν είναι genre, όταν όμως το λες σε κάποιον, το μυαλό του πάει κάπου κ.ο.κ. Προσωρινά το δεχόμαστε. Θυμάμαι δε στα ’90s, όταν όλοι οι φίλοι μου το ‘χαν γυρίσει στον Aphex, τους Autechre και λοιπές γραφικότητες της εποχής, να λαμβάνω τα εύσημα ενός απ’ αυτούς που έχω  (είχα, τότε) παραμείνει στα κλασσικά. Αυτά που ήταν “μόδα” το ’94 και το ’96  όχι. Περιττό να πω, ο ίδιος κύριος σε τελευταία μας συνάντηση για κάτι shoegaze μπάντες μου ‘λεγε, όχι για τίποτα IDM ψαγμενιές. Αυτά τ’ ακούνε μόνο στη Θεσσαλονίκη.
Αφού ανέλυσα το λόγο του γιατί κάνω αυτό που κάνω, ας δούμε και γιατί με έχει κουράσει. Όταν στα ’90s έλεγες indie, το μυαλό του προαναφερθέντος κυρίου πήγαινε στους Pulp, τους Blur στη χειρότερη άντε να πήγαινε στους Oasis. Σήμερα, αν ο ίδιος τύπος έχει την παραμικρή σχέση, θα σκεφτεί τους Vampire Weekend, τους Arcade Fire ή κάτι άλλο που δε μου αρέσει.
Άλλο τώρα. Στα ’90s είχες κάτι εξαιρετικά σχηματιζμένες “μουσικές φυλές”,  η καθεμία με τις ιδιαιτερότητές της που… Εντάξει, απλά ντύνονταν διαφορετικά. Ας παραμείνουμε στις κιθαριστικές και ας αναφέρουμε απλά τους brit-poppers, τους grunge-άδες και όπως κάθε εποχή, τα μέτσαλλα. Κάθε μία απ’ αυτές και καλά μισούσε αυτά που άκουγε η άλλη, πήγαινε όμως στα ίδια μαγαζά άρα επεξεργαζόταν την ίδια “πληροφορία”, τους ίδιους ήχους, προτιμούσε τη Heineken από την Amstel, εκτός από τους μέταλλους που, εντάξει, χεστήκαμε τι προτιμούσανε. Στα μαγαζά, λοιπόν, θα έπαιζε και Blur και Oasis και Nirvana και Pavement και Elastica και My Bloody Valentine και όλα.
Υπήρχε όμως αυτός ο διαχωρισμός που έκανε τα πράγματα πολύ ενδιαφέροντα. Η Αμερική έψαχνε το διαφορετικό στις συνθέσεις της, ενώ η Αγγλία τη μαγική αλλαγή, το λαμπερό ρεφραίν. Η Αμερική διάβαζε βιβλία από τη δανειστική βιβλιοθήκη του προαστίου, η Αγγλία ρούφαγε τα tabloids και την NME. H Αμερική έτρωγε ξύλο από το bully του Λυκείου, η Αγγλία κάπνιζε Silk Cut κι έπινε μπύρες στα διαλείμματα. Η Αμερική ήταν ενδιαφέρουσα γκόμενα, η Αγγλία άδεια αλλά πανέμορφη.
Αναγνωρίζεις κάτι από τα παραπάνω σήμερα; Δε νομίζω.
Το πρόβλημα σήμερα σαφώς και δεν είναι το ότι δε βγαίνει καλή μουσική ή γραφικότητες του τύπου “οι κιθάρες έχουν πεθάνει”. Όχι. Το πρόβλημα είναι ότι όσα βγαίνουν έχουν μπλεχτεί τόσο πολύ ώστε έχει χαθεί το focus, το εμείς κάνουμε αυτό και το κάνουμε καλά και όταν επηρεαζόμαστε (λίγο) από σας, γράφουμε ένα Beetlebum και σας ξεχνάνε όλοι. Καταλαβαίνεις; Εδώ και δεκαπέντε χρόνια πάνω κάτω που η δισκογραφία πάσχει, οι άμεσα ασχολούμενοι με το άθλημα, οι μουσικοί, αδυνατούν να γράψουν το τεράστιο ποπ άσμα που θα σημαδέψει την εποχή, λείπει το Hey Jude της, αυτό το κομμάτι που θα έχει όλα τα στοιχεία και τη δύναμη να ενώσει όλες τις φυλές και θα τις κάνει να κουνιούνται στο ρυθμό του. Γιατί αυτές δεν υπάρχουν πια. Κι αυτό κάνει την όλη φάση λίγο βαρετή. Λίγο ανάξια λόγου, αν θες. Απλά.
Ίσως να φταίνε και οι Pavement για όλο αυτό λίγο. Όταν έκαναν το όποιο μπαμ τους πατώντας το ποδαράκι τους στην Αγγλετέρα όπου όλοι οι εκεί ζούσαν το “ροκ σταρ στο χωριό” όνειρό τους, τους υποδέχτηκαν με τιμές μεσσία, όλοι τους λάτρευαν, ήταν το καινούριο, το διαφορετικό. Ήταν οι αμόλυντοι “καλοί” στη φωλιά με τους Super Villains. Και το καλό νίκησε. Και σήμερα ζούμε τις συνέπειες αυτού. Δεκάδες slacker rock μπάντες με τα μαλλιά στη μούρη και το βλέμμα στα πατώματα. Οι όποιοι popsters έχουν μείνει δεν έχουν σαν πρότυπο τους Blur ή κάτι εξίσου περιπετειώδες, αλλά τους U2. Και συν τοις άλλοις δεν μπορούν να παίξουν και τα όργανά τους. Πάρε για παράδειγμα τους Coldplay. Σιχαμένοι όσο δεν πάει, σωστά; Έχουν ένα χαρισματικό τραγουδιστή, αλλά ξέρουν να παίζουν μόνο ένα τραγούδι. Αυτό δεν αρκεί για να τους μισήσει κάποιος αρκετά ώστε να εντοπίσει το ακριβώς αντίθετο και να βγάλει κάτι καλό από όλο αυτό. Μέτριοι οι κακοί, μέτριοι και οι καλοί. Έτσι είναι. Οι Blur, πάλι, σου έδωσαν τους Mogwai. Δεν το λες και άσχημο. Οι Cloud Nothings ποιους να σου δώσουν;
Συνοψίζοντας, κι επειδή το κούρασα μάλλον, το συμπέρασμα είναι σαφές. Τα πράγματα είναι χλιαρά, επειδή ο ανταγωνισμός είναι χλιαρός. Χαλαρός. Δεν υπάρχει αντίπαλο δέος, δεν υπάρχει κάτι να κοιτάς απέναντι, κάτι απόλυτα διαφορετικό, αλλά ουσιαστικό, κάτι γενικά αποδεκτά καλό από μία πλευρά, κακό από μία άλλη, αλλά παράλληλα αξιόλογο. Οι Britpoppers ήταν άξιοι φθόνου, οι Slackers άξιοι χλεύης. Κέρδισαν οι δεύτεροι. Και τώρα τι; Τώρα περιμένουμε.

26/10/13

Tattooed Apathetic Boys


Δεν περίμενα με τίποτα ότι κάποιος θα ‘γραφε βιβλίο γι’ αυτή τη σκηνή. Ίσως γιατί όσοι τη συγκροτούσαν φαίνονταν τόσο υπέροχα αγράμματοι. Κι όμως το έκανε ο Eric Davidson, τραγουδιστής των καταπληκτικών
 New Bomb Turks, λέγεται “We Never Learn: The Gunk Punk Undergut, 1988–2001″ και με ενημέρωσε για την ύπαρξή του μία ωραία πρωία ο Ρένος, κι ενώ ήμουν στη δουλειά κωλοψήθηκα. Δεν το ‘χω παραγγείλει ακόμα, αλλά δε βλέπω να μ’ εμποδίζει κάτι στο να γράψω γι’ αυτό. Τόσα review έχω αφιερώσει σε καταξιωμένες μπάντες χωρίς ν’ ακούσω νότα.

Αρχές ’90s. Έχω μόλις ανακαλύψει τα φανζίν με ένα τεύχος του Merlin’s Music Box. Του καλύτερου μουσικού εντύπου έβερ. Έχει μέσα τώρα αφιέρωμα σε ένα label. Ο δημιουργός του μιλάει για αληθινό πανκ, για τις ρίζες του, για σπάνια δισκάκια, για επανεκδόσεις, για ωμό ήχο από τα ’60s. Ναι. Punk από τότε. Ξέρεις, επεξεργάζεσαι μετά. Κάποια δεδομένα ανατρέπονται. Σε στέλνει δισκάδικο τόσο attitude. God Damned Hippies they even fucked up the music. To Cheapo Crypt Sampler. Μυαλά στο πάτωμα κάνουν παρέα στα σαγόνια.  

New Bomb Turks, Raunch Hands, Mighty Caesars, Devil Dogs, οι αγαπημένοι μου Lazy Cowgirls, Pagans, Gories και ναι, οι Jon Spencer Blues Explosion. Κι άλλοι. Κολαστήριο. Τέχνη – έμπνευση κατάσταση. Όλα απλά, όλα ανεξέλεγκτα. Ποιο grunge, ποια britpop, εδώ η φάση βρώμαγε “αληθινή μουσική”. Ειλικρίνεια. Πανκ. Άνθρωποι ασύλληπτης ασχήμιας, αντι-ροκ-σταρ όσο δε μπάει, χάλια ντύσιμο, στ’ αρχίδια τους όλα. Και ήταν όλο δικό μου. Εγώ το ανακάλυψα. Γιατί διάβαζα αυτά τα ασπρόμαυρα έντυπα σα μανιακός. Η ανταμοιβή μου. Ένας ολόκληρος κόσμος, βρωμερός, απαίσιος, επικίνδυνος, όλος δικός μου. Με κάτι τέτοια γράφονται αριστουργήματα.

Και μετά αρχίζει το κυνήγι. Ανακαλύπτεις ότι κι άλλοι κάνουν αυτό το πράγμα. Κι άλλες εταιρίες κυκλοφορούν αυτό το μαγικό πράγμα. Με τα τελείως σκατά εξώφυλλα, φωτοτυπίες σε χαρτόνι, b-movies, μπύρες, κιθάρες. Η Estrus, η Sympathy for the Record Industry, κάποιοι δίσκοι στη Get Hip. Οι για τον πούτσο πανκς, κάθε γενιά έχει τέτοιους σου πετάνε στα μούτρα δίσκους μίας Epitaph. Γελάς. Πλανημένοι τερατόβλακες. Όλες οι μπάντες για τον πούτσο (οι Rancid μου αρέσουν ακόμα, τώρα – μπορείτε – να – πα – πα – πα – να – γαμηθείτε). Μετά από λίγο υπογράφει τους New Bomb Turks. Σου κόβονται τα γέλια.

Παρόλα αυτά το πράγμα ταξιδεύει. Ευρώπη. Bad Afro Records. Και άλλες που βαριέμαι ν’ απαριθμήσω. Όχι ακριβώς, αλλά ναι. Οι μέταλλοι πετάνε τις Jackson κι αγοράζουν Les Paul. Και σου σκάνε κάτι Hellacopters, που λες, με το Scuzzy – Punk ‘n’ Roll τους και είσαι σε φάση ναι – ρε – πούστη, να μια φάση που οι μέταλλοι δεν κατάφεραν να γαμήσουν. Γιατί είχαν τους κανόνες στρωμένους. Μέχρι Motorhead πάει το πράμα, παιδιά, μετά ανοίξτε καμία συναυλία των Saxon. Το The Thing From Another World αντικαθιστά τη Βίβλο στα συρτάρια των ξενοδοχείων στις Σποράδες. Εντάξει, ξέχασα ένα τεύχος εκεί κι ακόμα με βρίζω, γάμησέ με τώρα.

Σήμερα; Χρειάζεται να ρωτάς; Δε νομίζω να είχαν καριέρα οι Black Lips, o Ty Segall, ο Jay Reatard (καλά, αυτός μας άφησε αλλά ξέρεις), αν δεν τους είχε σκάσει αυτό το boost. Αυθορμητισμός. Μία κιθάρα και πάμε. Είπαμε, ο Ty κιόλας, στο Slaughterhouse διασκευάζει και κομματάρα από Back From the Grave, τί-πο-τα δεν είναι τυχαίο, ψάξου. Αν θα αποτελέσει αυτό το βιβλίο το ό,τι χρειάζεται προκειμένου να αναστηθεί όλο αυτό; Δε νομίζω. Δεν υπάρχει και λόγος. Είναι και αστείο κιόλας. Οι Ρέκτες της μουσικής υποκουλτούρας πάσης φύσεως ορκίζονται στο όνομα και το επώνυμο του Billy Childish, αλλά δεν έχουν ιδέα ποιοι είναι οι Thee Mighty Caesars. Τσεκαρισμένο. Έχουμε ξεπεράσει και προ πολλού τη φάση της αισθητικής του σκουπιδιού. Ζούμε πλέον σε εποχές ανακύκλωσης.

Θα το παραγγείλω ρε. Το χρειάζομαι. Έχει ένα ακόμα στοιχείο του μυστικού κώδικα “εφηβεία”. Όχι ότι παίζει να συμπληρωθεί το παζλ πλήρως, δε θα κοιτάξω να αναβιώσω την εμπειρία της ακμής, ας πούμε, απλά είναι χρήσιμο να θυμάσαι το πρώτο κωλοδάχτυλο που πέταξες στο σκατόγερο που σε έριξε κάτω προκειμένου να καθίσει σε μία σκατοθέση την οποία δε σκόπευες να χρησιμοποιήσεις ούτως ή άλλως. Με καταλαβαίνεις;