1/2/16

All Coltrane solos at once

 


Madonna έχει πηδήξει κάποιους πολύ λαμπερούς ανθρώπους. Σα να τους ρούφαγε την ενέργεια για να στήσει μέσα στα χρόνια το “pop icon status” της. Ή μάλλον όχι την ενέργεια, την τέχνη. Κοιτώντας πίσω, μπορώ με βεβαιότητα να πω ότι μισώ με πάθος τη μουσική της, όλη την καριέρα της, τη μία ηλίθια μεταμόρφωση μετά την άλλη, αλλά αυτό της το αναγνωρίζω. Πολύ λαμπερούς ανθρώπους. Δε θυμάμαι, νομίζω ήταν η Lydia Lunch σε μια συνέντευξή της, δεν μπορώ να την εντοπίσω τώρα, που τη θυμόταν μαζί με “όλους” στη σκηνή της Νέας Υόρκης, από τη μια αγκαλιά στην επόμενη, απελπισμένη να χωρέσει. Να ενταχθεί. Σε κάτι αναμφισβήτητα σημαντικό, που αναγνωρίζεται μέχρι σήμερα.
Από τότε έχουν μείνει θαυμάσια ερείπια ανθρώπων, όσων κατάφεραν να επιβιώσουν τέλος πάντων, συγκλονιστική τέχνη και ένα αστέρι. Το οποίο συνεχίζει να λάμπει, χωρίς κανένα να αμφισβητεί την πορεία του, ξεκίνησε από το πανκ και έφτασε μέχρι την κορυφή του mainstream. Νομίζω ότι δεν ήταν αυτό που πραγματικά ήθελε, φαντάζομαι όμως ότι θα έμαθε να της αρέσει. Από την άλλη υπάρχουν άνθρωποι που το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να αλλάζουν συνεχώς την εμφάνισή τους και τίποτα άλλο. Όλη η ποπ μουσική (τουλάχιστον) σήμερα μαστίζεται από περισσότερους στυλίστες, φωτογράφους, σχεδιαστές μόδας, παρά συνθέτες. Αν ρίξεις μια ματιά στη φάση ’80s για παράδειγμα, είναι λες και έχει στηθεί από καταστασιακούς. Σύνθεση, καταστροφή, ταυτότητα, αλλαγή, ταυτότητα, καταστροφή, σύνθεση. Και πάλι από την αρχή. Οι τωρινοί είναι απλά καλοντυμένες στελεχάρες πολυεθνικών με παχυλούς μισθούς που οι μοναδικές αναφορές που έχουν από το όλο pop culture οικοδόμημα είναι από εκείνη τη δεκαετία, μέσα στην οποία έτυχε να μεγαλώσουν και, βεβαίως, να απομυζήσουν τα απαραίτητα εν είδει επιρροής. Από Pop Culture σε Pop Couture. To κατάπτυστο έγινε αδιάφορο. Δε γίνεται δουλειά έτσι όμως.
Η “αναγνώριση” της τέχνης στην παρούσα φάση, ιδίως στο χώρο της μουσικής, έχει γίνει κάτι πάρα πολύ σχετικό. Τριάντα και βάλε χρόνια πριν οι έννοιες ήταν κατά κάποιο τρόπο συνυφασμένες, ακόμα και τα “ελαφρά” ήταν κάπως ντυμένα, είχαν μία ταυτότητα, όσο αλλοπρόσαλλη κι αν ήταν αυτή. Σήμερα η μοναδική φάση που είδα κάπως κάτι να μπερδεύεται ήταν αυτή η εμετική συνεργασία της Miley Cyrus μετους Φλέγming Lips. Καλά, παίζει να έχουν γίνει κι άλλες, αλλά δεν την παρακολουθώ τη φάση γιατί είμαι τέρμα ελιτιστής και με τη βλαχουριά ανακατεύομαι.
Τέλος πάντων, θέλω να καταλήξω ότι πλέον η τέχνη με το mainstream έχουν σχηματίσει δύο τελείως διαφορετικούς κόσμους και είναι όλοι μέσα στη φούσκα της επιλογής τους και δεν πάει κανένας να δει πως τα περνάνε οι άλλοι. Προσωπικά δεν ήμουν ποτέ της μουσικής, άσχετα τι εντύπωση δίνω. Δεν ξέρω πολλά γι’ αυτή, ούτε πολλούς από τους εκφραστές της κι αριθμός αυτών που με ενθουσιάζουν είναι μάλλον μικρός. Όχι, είμαι της τέχνης και του πανκ. Κι επειδή το δεύτερο διανύει τη δεύτερη περίοδο: Punk’s not dead, it just sucks now, οι επιλογές έχουν ελαχιστοποιηθεί. η δε αναζήτηση τέχνης με ουσία, άξιας ν’ ασχοληθείς, να αφιερωθείς είναι γάμησέ τα χρονοβόρος ενασχόληση. Να εκφραστώ μάλιστα γι’ αυτή, κι αφού κανείς δε μου πλερώνει τους λογαριασμούς για να το κάνω, πλέον σπανίζει και τι να κάνω δηλαδή.
Το ότι τσέκαρα δίσκο π.χ. του Saul Williams, έγινε γιατί μέσα στο έργο του συνυφαίνονται πράγματα εκτός της μουσικής δημιουργίας. Ο εν λόγω κύριος είναι κατά βάση ποιητής και μάλιστα πολύ καλός. Τα παλιά τα χρόνια είχε παίξει και σε μία πολύ καλή ταινία, το Slam, με την οποία είχα κολλήσει άσχημα στα νιάτα μου. Όλη αυτή η φάση, η απολύτως αυθόρμητη έκφραση με λέξεις, εκφράσεις, ένταση. Ναι. ήταν κάτι άλλο. Καινούριο. Άξιο ενασχόλησης. Τέχνη πέρα από κάθε αμφιβολία. Μετά άρχισε να βγάζει ποίηση ενδεδυμένη με ήχους, στη Ninja tune αν δε με απατά η μνήμη μου και κόλλησα κι άλλο και τον παρακολουθώ μέχρι τώρα. Σήμερα, λοιπόν, αν υπάρχει κάποιος που εκφράζει ακριβώς αυτό που προσπάθησε να ολοκληρώσει ο Basquiat, είναι αυτός. Η παρούσα φάση τον θέλει κλεισμένο στη φούσκα του, μακρυά από το mainstream, βάζω στοίχημα πάντως ότι αν τον είχε ανακαλύψει η Madonna θα ψόφαγε να τον πηδήξει.

28/6/15

She Likes Surprises

 

Άκουγα τις προάλλες αυτό που έβγαλαν πέρυσι οι Soundgarden, με τα κομμάτια του πεταματού, τις διασκευές, τα λάιβ, ξέρεις. Άθλος. Όχι ότι έχει να κάνει με το υλικό η υπερπροσπάθεια. Το πιο κουραστικό της υποθέσεως είναι η συγκέντρωση όλων αυτών των σκέψεων που σκάνε με το που χώνεται το εκάστοτε ευρηματικότατο ριφφ και σε αναγκάζει σε φάση να χωθείς μέσα στο πληκτρολόγιο και να γράψεις ένα σκατό πράματα χωρίς – φυσικά – να πλερώνεσαι για να το κάνεις. Ίντερνετ, αυτή η μάστιγα. Ναι. Ο Ganesha είναι ο θεός της υπερπήδησης των εμποδίων και το μοναδικό σε θεότητα που μου ‘χει κάνει κάτι. Εδώ και κάτι χρόνια, λοιπόν, έχω ένα ράιτερ’ζ μπλοκ το οποίο ευελπιστώ να με βοηθήσει να υπερπηδήξω, αλλά δεν το κόβω. Όλως παραδόξως συνεχίζω να γράφω εδώ πέρα χωρίς να υπάρχει και καμία έτσι “λογοτεχνική”, “εικαστική” πρόκληση ξέρω ‘γω. Ψυχαναγκαζμάρες για πάντα. Can’ t live with them, fu-fu-fu-fu-fuck ’em (Geto Boyz ta life).
Η αυτοαναφορικότητα λένε σκοτώνει τη δισκοκριτική. Εύχομαι να το κάνει αργά και με μπόλικο πόνο. Αλλά ναι.
Το Badmotorfinger το άκουσα πριν ακούσω το Nevermind. Έως σήμερα το βρίσκω κατά τι επαναστατικότερο από το δεύτερο. Όχι ότι δε λάτρεψα και τα δύο, άλλωστε η διαφορά μεταξύ των ακροάσεων δεν ήταν παρά ημερών. Και τα δύο έργα ήταν από δαύτα που όλα τα τραγούδια είναι καλά. Που οι κιθάρες που τα συγκροτούν είναι τεράστιες και “καινούριες”. Περίεργες. Και τεράστιες. Δηλαδή πολύ μεγάλες και πάρα πολύ ογκώδεις. Που τα ακούς από την αρχή μέχρι το τέλος και ξανά και ξανά και ξανά και πάντα βρίσκεις κάτι αξιόλογο. Κάτι που δεν είχες προσέξει. Και σήμερα μου συμβαίνει αυτό, χαίρομαι που το λέω, απλά λίγο πιο σπάνια. Και πάλι όμως. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα του άρθρου δυστυχώς ή ευτυχώς.
Στα ορίτζιναλς, το πρώτο εκ των τριών δισκίων του περσινού πράγματος που εκυκλοφορήθη από τους κάποτε πολύ αγαπημένους Soundgarden, έχει κάμποσα παλιά, μερικά που τα είχα πετύχει σε κάτι σάουνττραξ, τέλος πάντων έχει πολλά. Έχει και καινούρια. Η διαφορά μεταξύ τους είναι συγκλονιστική. Τσεκάροντας τα πεταμένα των ’90ζ, θυμήθηκα ξανά γιατί λάτρευα κάποτε αυτή τη μπάντα, είναι “εμπνευσμένα”, δεν έχει να κάνει με τον ήχο, αυτός δεν έχει αλλάξει και πολύ, οι συνθέσεις ρε, είναι εικόνες. Παραστάσεις. Doc Martens, βερμούδα και κολάν.  Για τα γενέθλιά μου, παρεμπιπτόντως, που πλησιάζουν επικίνδυνα, έδωσα μια μικρή περιουσία για τα δεδομένα μου και αγόρασα ένα ζεύγος. Μάρτενς ντε. Γιατί; Δεν ξέρω γιατί. Για τη φάση. Όπως όλα άλλωστε. Όχι ότι ενδιαφέρει και κανένα, αλλά τέλος πάντων.
Αλλά ναι. Παλιά βέρσουζ καινούρια. Ναι, Μαργαρίτα Καραπάνου, η διαφορά μεταξύ των είναι στα όρια του τραγικού. Παίζει το αισχρά τιτλοφορημένο Live to Rise και το μόνο που σκέφτομαι είναι “Κουμπάρος τηζ Βίσση”. Έχει αυτό που απολαμβάνουν τις δάφνες και δεν προσπαθούν και πολύ. Σαν αυτό το σόλο δίσκο που είχε βγάλει προ αμνημονεύτων ο Κορνέλλ. Που είχε αν θυμάμαι καλά, ένα κομμάτι που ακουγόταν; Δύο; Δύσκολο. Αλλοτρίωση. Τι αλλοτρίωση δηλαδή, απαλλοτρίωση. Απαλευτρίωση. Μία κάποτε ασύλληπτα ικανή μπάντα που αποφασίζει να κυκλοφορήσει, χωρίς να κοπιάσει. Αυτοί είμαστε σήμερα. Είμαστε γέροι. Σας αρέσει δε σας αρέσει. Γέροι. Και βαριόμαστε. Και θέλουμε και τα λεφτά σας. Γιατί τα δικά μας είναι πολλά, πλην όμως επ’ ουδενί αρκετά.
Και ξαναβάζω τα παλιά. Ακούω και τις διασκευές. Η μπάντα κάποτε είχε οίστρο (καύλες). Τώρα δεν έχει. Τον οίστρο που είχε μάλιστα δεν κατάφερε να τονε μεταλαμπαδεύσει στους απογόνους της. Ιδίως ακούω κάτι συναδέλφους από την εδώ σκηνή που προσπαθούν να το ψιλοπαλέψουν το γκραντζ Αμερικλάνοι Σχιατλ Στόνερ τσιρουίδα μπαντάς-ε μαβαφάκα και είναι πχιο για γέλια κι από τους Candlebox. Ναι αμέ. Συμβαίνουν αυτά, δεν πειράζει. Συμβαίνει σε πολλούς εκ των όσων τα παρατάνε και μετά δεν τα παρατάνε και τόσο, αν όχι σε όλους. Λίγες (μία) επανασυνδέσεις – α ναι, το γύρισα πάλι πριν αρχίσω το κράξιμο, γιατί ήμουν τόσο μα τόσο μα τόσοτόσοτόσοσοσοσοσοσοσοσο κοντά – άλλωστε είχαν κάτι να πουν και εκτός αυτού θύμιζαν και τις παλιές καλές μέρες, αν όχι και λίγο καλύτερες μερικές φορές. Ή έγιναν χωρίς να θυμίζουν τίποτα απολύτως, έγιναν κάτι άλλο, απλά με ένα όνομα, ένα brand στο εξώφυλλο και είτε απογοήτευσαν ή το αποτέλεσμα ήταν τόσο μη συγκρίσιμο με τα προηγούμενα που γοήτευσαν. Δες, για να καταλάβεις τι εννοώ, την περίπτωση εφέτο των Pop Group. Είναι κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που ήταν, αν όχι τελείως, αλλά το πήγαν αλλού χωρίς να το πάνε, κράτησαν ζωντανό το χάος, τον οίστρο (καύλα) και εν ολίγοις τα κατάφεραν.
Οι Soundgarden δεν τα κατάφεραν. Δε μπόρεσαν και δε μπορούνε. Και δυστυχώς υπάρχουν τα παλιά τους τραγούδια για να το θυμίζουν.  Δεν ξέρω, αν ήμουν στη θέση τους θα φοβόμουν να κυκλοφορήσω μια τέτοια συλλογή για να αποφύγω τέτοιου είδους συμπεράσματα από τους ακροατές μου. Τουζ φανζ. Δεν έχω και δεν είχα, αν είχα όμως  θα έτρεμα μήπως τους απογοητεύσω. Και νομίζω ότι δε θα τα σκεφτόμουν τα φράγκα. Πολύ. Εκτός κι αν ήθελα ν’ αγοράσω κανένα καινούριο ζευγάρι Doc Martens. Όταν παλιώσουν αυτές, βέβαια. Με στενεύουν λίγο για να είμαι απόλυτα ειλικρινής. Θα πρέπει να προσευχηθώ πάλι στο Ganesha. Παίζει να ‘χει αρχίσει να με βαριέται λίγο.

25/2/15

Back from the back from the grave

 

Σε όλες τις συνεντεύξεις μουσικών, αν αυτός που κάνει τις ερωτήσεις σέβεται τον εαυτό του, την υστεροφημία του και το αναγνωστικό κοινό του, θα ρωτήσει σίγουρα για τις επιρροές που οδήγησαν τον καλλιτέχνη στο να φτιάξει το προϊόν το οποίο τον έφερε ενώπιον του μαγνητοφωνακίου. Οι περισσότεροι θα αναφέρουν κάποιον ή κάποιους άλλους μουσικούς, το έργο τους, ίσως κάποιο συγκεκριμένο από το σύνολο της δισκογραφίας τους. Οι πιο μορφωμένοι θα παίξουν το χαρτί της ψαγμενίτιδος, άρα θα πετάξουν πέντε ασυναρτησίες για τον ήχο κάποιας εταιρίας ή κάποιας δεκαετίας, ή κάτι εξίσου γενικό, χωρίς ίχνος ουσίας και ειλικρίνειας. Οι τελείως βλάχοι θα περιοριστούν στην κόρη, τη γυναίκα, τον πατέρα τους που έβγαλε παρανυχίδα στον κυνόδοντα ή στη νέα σειρά ρούχων που λανσάρουν μέχρι να τους βγει η πέτσα από τα μούτρα. Τέλος, οι αθεράπευτα βλάκες θα μιλήσουν για κάποιο φυσικό φαινόμενο, συχνότερα όλων ακούγεται η βροχή.
Πιο σπάνια, ως επιρροή κάποιος αναφέρει μία συλλογή. Θυμάμαι συγκεκριμένα τους Yo La Tengo να αναφέρουν τα Nuggets. Τους D.S.B. τα πρώτα Killed By Death. Και σχεδόν σε κάθε συνέντευξη Garage Punk μπάντας, εμφανίζονται σαν το Τέρας της Μαύρης Λίμνης τα Back From The Grave.
Είναι λίγο περίεργο, όπως και να το κάνεις, να σε επηρεάσει μια συλλογή τραγουδιών από διαφορετικές μπάντες, σπάνια επιτυγχάνεται η ομοιομορφία που θα συνθέσει ένα σαφές σύνολο που κάπως θα περάσει μέσα σου και θα διαμορφώσει αυτό το κάτι, ρε παιδί μου. Αυτό που θα σε κάνει να πιάσεις μια κιθάρα και ν’ αρχίσεις να μιμείσαι αυτό που βγαίνει από τα ηχεία. Δεν ξέρω, έτσι μου φαίνεται. Κι όμως. Οι προαναφερθείσες το έχουν αυτό. Η τελευταία σειρά ιδίως το ‘χει και με το παραπάνω. Κατά κάποιο τρόπο ο Tim Warren της Crypt Records κατάφερε να μαζέψει ό,τι τοξικότερο σε απόβλητο μπόρεσε να εντοπίσει στα υπόγεια και το έφερε στην επιφάνεια. Όλοι οι τελειωμένοι της αμερικλανικής ηπείρου, χωρίς καμία ελπίδα να πετύχουν οτιδήποτε, μαζεύτηκαν κάποια στιγμή στα σίξτυζ σε ένα αισχρό στούδιο και ηχογράφησαν συνθέσεις αναμφισβήτητα καλοπαιγμένες, αρκετές από αυτές εξαιρετικές και εξαφανίστηκαν. Για κάποιον που ψάχνει καταξίωση, αναγνώριση, ίσως να ζήσει από τη μουσική του (τι μαλάκας θε μου), αυτό μπορεί να μη λέει απολύτως τίποτα, αλλά για ένα πλάζμα σαν και του λόγου μου που έμαθε να ζει για το τώρα λέει πολλά.
Σκέψου, δεκάδες προσπάθειες καταδικαζμένες να αποτύχουν, άλλες μπορεί να το γνώριζαν, άλλες όχι, χώθηκαν, προσπάθησαν, απέτυχαν παταγωδώς όπως ήταν αναμενόμενο κυρίως από τους γονείς τους, κάπως όμως κατάφεραν να επηρεάσουν με την πνευματική τους ιδιοκτησία δεκάδες ανθρώπων με μουσικά όργανα μετά από αυτούς. Αν είναι κάτι αυτό; Μα το ρωτάς;
Δες τώρα τη φωτογραφία του άρθρου. Κάτι γκαραζοπάνκς από τα παλιά ρίχνουν στις φλόγες της κολάσεως ένα κατσαπάνκη, ένα χίπστερ κι ένα χάπατο που φκιάνει μουσική με το κομπιουτεράκι του. Θα σκεφτείς ότι είναι ίσως τρίμπιουτ σ’ αυτές τις συλλογές, ιντερνετικό κάτι, ξέρεις… Γιατί η αρίθμηση σταμάτησε στο 8 πριν πολλά χρόνια. Μετά θα δεις το 9. Και θα αναρωτηθείς.
Ναι ρε. Back From The Grave Volume 9 & 10. Και η ιστορία σταματά. Και η ιστορία ξαναρχίζει.

14/3/14

At the Indie Disco

 


Ο λόγος που έχω ψιλο-σκυλοβαρεθεί το να γράφω τόσο συχνά όσο παλιότερα, ευχαριστώ που ρώτησες, είναι απλός, αλλά επειδή είμαι τέτοιος τύπος θα τον υπεραναλύσω στις επόμενες γραμμές. Για scroll down ένα λεπτό. Γάμησέ τα ε; Ξέρω. Η εικόνα είναι προφανώς παραπλανητική (και εξαιρετική), δεν ακολουθεί ούτε κανένα νουάρ διήγημα ούτε έχει να κάνει με το πιο καυλωτικό πράγμα που υπάρχει στον κόσμο και μπορεί να κάνει μόνο μια γυναίκα, να αγγίξει δηλαδή τις γάμπες της. Απλά. Το κόμικ στο μεταξύ του οποίου το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους κοζμεί το παραπάνω αριστούργημα ήταν ψιλο-μέτριο. Wildstorm, τι να σου κάνει…
Αλλά άλλο έλεγα. Ο λόγος, πρώτα και κύρια, που ασχολούμαι με όλο αυτό, ψυχαναγκαστικά σχεδόν, είναι για να κρατάω λογαριασμό του τι παίζει γενικά στην κιθαριστική μουσική κάθε χρόνο. Καθένας με τα χόμπυ του. Εξίσου ψυχαναγκαστικά, λοιπόν, προσπαθούσα να τσεκάρω σχεδόν κάθε δίσκο που ταίριαζε στην εν λόγω κατηγορία, αν μπορεί να θεωρηθεί κατηγορία, δίνοντας έμφαση σ’ αυτό που λέμε indie (sic). Genre που δεν είναι genre, όταν όμως το λες σε κάποιον, το μυαλό του πάει κάπου κ.ο.κ. Προσωρινά το δεχόμαστε. Θυμάμαι δε στα ’90s, όταν όλοι οι φίλοι μου το ‘χαν γυρίσει στον Aphex, τους Autechre και λοιπές γραφικότητες της εποχής, να λαμβάνω τα εύσημα ενός απ’ αυτούς που έχω  (είχα, τότε) παραμείνει στα κλασσικά. Αυτά που ήταν “μόδα” το ’94 και το ’96  όχι. Περιττό να πω, ο ίδιος κύριος σε τελευταία μας συνάντηση για κάτι shoegaze μπάντες μου ‘λεγε, όχι για τίποτα IDM ψαγμενιές. Αυτά τ’ ακούνε μόνο στη Θεσσαλονίκη.
Αφού ανέλυσα το λόγο του γιατί κάνω αυτό που κάνω, ας δούμε και γιατί με έχει κουράσει. Όταν στα ’90s έλεγες indie, το μυαλό του προαναφερθέντος κυρίου πήγαινε στους Pulp, τους Blur στη χειρότερη άντε να πήγαινε στους Oasis. Σήμερα, αν ο ίδιος τύπος έχει την παραμικρή σχέση, θα σκεφτεί τους Vampire Weekend, τους Arcade Fire ή κάτι άλλο που δε μου αρέσει.
Άλλο τώρα. Στα ’90s είχες κάτι εξαιρετικά σχηματιζμένες “μουσικές φυλές”,  η καθεμία με τις ιδιαιτερότητές της που… Εντάξει, απλά ντύνονταν διαφορετικά. Ας παραμείνουμε στις κιθαριστικές και ας αναφέρουμε απλά τους brit-poppers, τους grunge-άδες και όπως κάθε εποχή, τα μέτσαλλα. Κάθε μία απ’ αυτές και καλά μισούσε αυτά που άκουγε η άλλη, πήγαινε όμως στα ίδια μαγαζά άρα επεξεργαζόταν την ίδια “πληροφορία”, τους ίδιους ήχους, προτιμούσε τη Heineken από την Amstel, εκτός από τους μέταλλους που, εντάξει, χεστήκαμε τι προτιμούσανε. Στα μαγαζά, λοιπόν, θα έπαιζε και Blur και Oasis και Nirvana και Pavement και Elastica και My Bloody Valentine και όλα.
Υπήρχε όμως αυτός ο διαχωρισμός που έκανε τα πράγματα πολύ ενδιαφέροντα. Η Αμερική έψαχνε το διαφορετικό στις συνθέσεις της, ενώ η Αγγλία τη μαγική αλλαγή, το λαμπερό ρεφραίν. Η Αμερική διάβαζε βιβλία από τη δανειστική βιβλιοθήκη του προαστίου, η Αγγλία ρούφαγε τα tabloids και την NME. H Αμερική έτρωγε ξύλο από το bully του Λυκείου, η Αγγλία κάπνιζε Silk Cut κι έπινε μπύρες στα διαλείμματα. Η Αμερική ήταν ενδιαφέρουσα γκόμενα, η Αγγλία άδεια αλλά πανέμορφη.
Αναγνωρίζεις κάτι από τα παραπάνω σήμερα; Δε νομίζω.
Το πρόβλημα σήμερα σαφώς και δεν είναι το ότι δε βγαίνει καλή μουσική ή γραφικότητες του τύπου “οι κιθάρες έχουν πεθάνει”. Όχι. Το πρόβλημα είναι ότι όσα βγαίνουν έχουν μπλεχτεί τόσο πολύ ώστε έχει χαθεί το focus, το εμείς κάνουμε αυτό και το κάνουμε καλά και όταν επηρεαζόμαστε (λίγο) από σας, γράφουμε ένα Beetlebum και σας ξεχνάνε όλοι. Καταλαβαίνεις; Εδώ και δεκαπέντε χρόνια πάνω κάτω που η δισκογραφία πάσχει, οι άμεσα ασχολούμενοι με το άθλημα, οι μουσικοί, αδυνατούν να γράψουν το τεράστιο ποπ άσμα που θα σημαδέψει την εποχή, λείπει το Hey Jude της, αυτό το κομμάτι που θα έχει όλα τα στοιχεία και τη δύναμη να ενώσει όλες τις φυλές και θα τις κάνει να κουνιούνται στο ρυθμό του. Γιατί αυτές δεν υπάρχουν πια. Κι αυτό κάνει την όλη φάση λίγο βαρετή. Λίγο ανάξια λόγου, αν θες. Απλά.
Ίσως να φταίνε και οι Pavement για όλο αυτό λίγο. Όταν έκαναν το όποιο μπαμ τους πατώντας το ποδαράκι τους στην Αγγλετέρα όπου όλοι οι εκεί ζούσαν το “ροκ σταρ στο χωριό” όνειρό τους, τους υποδέχτηκαν με τιμές μεσσία, όλοι τους λάτρευαν, ήταν το καινούριο, το διαφορετικό. Ήταν οι αμόλυντοι “καλοί” στη φωλιά με τους Super Villains. Και το καλό νίκησε. Και σήμερα ζούμε τις συνέπειες αυτού. Δεκάδες slacker rock μπάντες με τα μαλλιά στη μούρη και το βλέμμα στα πατώματα. Οι όποιοι popsters έχουν μείνει δεν έχουν σαν πρότυπο τους Blur ή κάτι εξίσου περιπετειώδες, αλλά τους U2. Και συν τοις άλλοις δεν μπορούν να παίξουν και τα όργανά τους. Πάρε για παράδειγμα τους Coldplay. Σιχαμένοι όσο δεν πάει, σωστά; Έχουν ένα χαρισματικό τραγουδιστή, αλλά ξέρουν να παίζουν μόνο ένα τραγούδι. Αυτό δεν αρκεί για να τους μισήσει κάποιος αρκετά ώστε να εντοπίσει το ακριβώς αντίθετο και να βγάλει κάτι καλό από όλο αυτό. Μέτριοι οι κακοί, μέτριοι και οι καλοί. Έτσι είναι. Οι Blur, πάλι, σου έδωσαν τους Mogwai. Δεν το λες και άσχημο. Οι Cloud Nothings ποιους να σου δώσουν;
Συνοψίζοντας, κι επειδή το κούρασα μάλλον, το συμπέρασμα είναι σαφές. Τα πράγματα είναι χλιαρά, επειδή ο ανταγωνισμός είναι χλιαρός. Χαλαρός. Δεν υπάρχει αντίπαλο δέος, δεν υπάρχει κάτι να κοιτάς απέναντι, κάτι απόλυτα διαφορετικό, αλλά ουσιαστικό, κάτι γενικά αποδεκτά καλό από μία πλευρά, κακό από μία άλλη, αλλά παράλληλα αξιόλογο. Οι Britpoppers ήταν άξιοι φθόνου, οι Slackers άξιοι χλεύης. Κέρδισαν οι δεύτεροι. Και τώρα τι; Τώρα περιμένουμε.

26/10/13

Tattooed Apathetic Boys


Δεν περίμενα με τίποτα ότι κάποιος θα ‘γραφε βιβλίο γι’ αυτή τη σκηνή. Ίσως γιατί όσοι τη συγκροτούσαν φαίνονταν τόσο υπέροχα αγράμματοι. Κι όμως το έκανε ο Eric Davidson, τραγουδιστής των καταπληκτικών
 New Bomb Turks, λέγεται We Never Learn: The Gunk Punk Undergut, 1988–2001″ και με ενημέρωσε για την ύπαρξή του μία ωραία πρωία ο Ρένος, κι ενώ ήμουν στη δουλειά κωλοψήθηκα. Δεν το ‘χω παραγγείλει ακόμα, αλλά δε βλέπω να μ’ εμποδίζει κάτι στο να γράψω γι’ αυτό. Τόσα review έχω αφιερώσει σε καταξιωμένες μπάντες χωρίς ν’ ακούσω νότα.

Αρχές ’90s. Έχω μόλις ανακαλύψει τα φανζίν με ένα τεύχος του Merlin’s Music Box. Του καλύτερου μουσικού εντύπου έβερ. Έχει μέσα τώρα αφιέρωμα σε ένα label. Ο δημιουργός του μιλάει για αληθινό πανκ, για τις ρίζες του, για σπάνια δισκάκια, για επανεκδόσεις, για ωμό ήχο από τα ’60s. Ναι. Punk από τότε. Ξέρεις, επεξεργάζεσαι μετά. Κάποια δεδομένα ανατρέπονται. Σε στέλνει δισκάδικο τόσο attitude. God Damned Hippies they even fucked up the music. To Cheapo Crypt Sampler. Μυαλά στο πάτωμα κάνουν παρέα στα σαγόνια.  

New Bomb Turks, Raunch Hands, Mighty Caesars, Devil Dogs, οι αγαπημένοι μου Lazy Cowgirls, Pagans, Gories και ναι, οι Jon Spencer Blues Explosion. Κι άλλοι. Κολαστήριο. Τέχνη – έμπνευση κατάσταση. Όλα απλά, όλα ανεξέλεγκτα. Ποιο grunge, ποια britpop, εδώ η φάση βρώμαγε “αληθινή μουσική”. Ειλικρίνεια. Πανκ. Άνθρωποι ασύλληπτης ασχήμιας, αντι-ροκ-σταρ όσο δε μπάει, χάλια ντύσιμο, στ’ αρχίδια τους όλα. Και ήταν όλο δικό μου. Εγώ το ανακάλυψα. Γιατί διάβαζα αυτά τα ασπρόμαυρα έντυπα σα μανιακός. Η ανταμοιβή μου. Ένας ολόκληρος κόσμος, βρωμερός, απαίσιος, επικίνδυνος, όλος δικός μου. Με κάτι τέτοια γράφονται αριστουργήματα.

Και μετά αρχίζει το κυνήγι. Ανακαλύπτεις ότι κι άλλοι κάνουν αυτό το πράγμα. Κι άλλες εταιρίες κυκλοφορούν αυτό το μαγικό πράγμα. Με τα τελείως σκατά εξώφυλλα, φωτοτυπίες σε χαρτόνι, b-movies, μπύρες, κιθάρες. Η Estrus, η Sympathy for the Record Industry, κάποιοι δίσκοι στη Get Hip. Οι για τον πούτσο πανκς, κάθε γενιά έχει τέτοιους σου πετάνε στα μούτρα δίσκους μίας Epitaph. Γελάς. Πλανημένοι τερατόβλακες. Όλες οι μπάντες για τον πούτσο (οι Rancid μου αρέσουν ακόμα, τώρα – μπορείτε – να – πα – πα – πα – να – γαμηθείτε). Μετά από λίγο υπογράφει τους New Bomb Turks. Σου κόβονται τα γέλια.

Παρόλα αυτά το πράγμα ταξιδεύει. Ευρώπη. Bad Afro Records. Και άλλες που βαριέμαι ν’ απαριθμήσω. Όχι ακριβώς, αλλά ναι. Οι μέταλλοι πετάνε τις Jackson κι αγοράζουν Les Paul. Και σου σκάνε κάτι Hellacopters, που λες, με το Scuzzy – Punk ‘n’ Roll τους και είσαι σε φάση ναι – ρε – πούστη, να μια φάση που οι μέταλλοι δεν κατάφεραν να γαμήσουν. Γιατί είχαν τους κανόνες στρωμένους. Μέχρι Motorhead πάει το πράμα, παιδιά, μετά ανοίξτε καμία συναυλία των Saxon. Το The Thing From Another World αντικαθιστά τη Βίβλο στα συρτάρια των ξενοδοχείων στις Σποράδες. Εντάξει, ξέχασα ένα τεύχος εκεί κι ακόμα με βρίζω, γάμησέ με τώρα.

Σήμερα; Χρειάζεται να ρωτάς; Δε νομίζω να είχαν καριέρα οι Black Lips, o Ty Segall, ο Jay Reatard (καλά, αυτός μας άφησε αλλά ξέρεις), αν δεν τους είχε σκάσει αυτό το boost. Αυθορμητισμός. Μία κιθάρα και πάμε. Είπαμε, ο Ty κιόλας, στο Slaughterhouse διασκευάζει και κομματάρα από Back From the Grave, τί-πο-τα δεν είναι τυχαίο, ψάξου. Αν θα αποτελέσει αυτό το βιβλίο το ό,τι χρειάζεται προκειμένου να αναστηθεί όλο αυτό; Δε νομίζω. Δεν υπάρχει και λόγος. Είναι και αστείο κιόλας. Οι Ρέκτες της μουσικής υποκουλτούρας πάσης φύσεως ορκίζονται στο όνομα και το επώνυμο του Billy Childish, αλλά δεν έχουν ιδέα ποιοι είναι οι Thee Mighty Caesars. Τσεκαρισμένο. Έχουμε ξεπεράσει και προ πολλού τη φάση της αισθητικής του σκουπιδιού. Ζούμε πλέον σε εποχές ανακύκλωσης.

Θα το παραγγείλω ρε. Το χρειάζομαι. Έχει ένα ακόμα στοιχείο του μυστικού κώδικα “εφηβεία”. Όχι ότι παίζει να συμπληρωθεί το παζλ πλήρως, δε θα κοιτάξω να αναβιώσω την εμπειρία της ακμής, ας πούμε, απλά είναι χρήσιμο να θυμάσαι το πρώτο κωλοδάχτυλο που πέταξες στο σκατόγερο που σε έριξε κάτω προκειμένου να καθίσει σε μία σκατοθέση την οποία δε σκόπευες να χρησιμοποιήσεις ούτως ή άλλως. Με καταλαβαίνεις;

10/10/13

Brighter Days Ahead

 

Σε συνέχεια του προηγούμενου άρθρου, θα ‘θελα να πάμε στη δεύτερη σημαντικότερη σκηνή αυτής του Seattle, που σημάδεψε την προ-προηγούμενη δεκαετία, ναι, την ελληνική. Υπάρχουν πολλοί που υποστηρίζουν ότι στα ’80s διέπρεψε η χώρα μουσικά, περιττό να προσθέσω, θα διαφωνήσω με πάθος. Όντας σπόρος τότε, οι συναρπαστικότερες βόλτες μου δεν ήταν σε κάποιο live δυστυχώς, αλλά στα δισκάδικα, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα, λοιπόν, τι εισιτήρια έκοβαν τότε οι εδώ μπάντες. Οι Τρύπες γεμίζανε κάτι Λυκαβηττούς, αλλά χέστηκα βασικά, τους γούσταρα, δε λέω, αλλά αυτές που πραγματικά με είχαν κολλήσει στον τοίχο να ψάχνω τα μυαλά μου ήταν οι αγγλόφωνες μπάντες.
Η αρχή είναι το ήμισυ του παντός που λέει κι ο λαός, γάμησέ τα, η αρχή εδώ, λοιπόν, ας θεωρήσουμε ότι ήταν οι Last Drive. Οι οποίοι ήταν μία εξαιρετική γκαραζομπάντα, “φτασμένη” στη σκηνή, όταν μια μέρα που πήγαιναν στο στούντιο μετά το μπαρ, συνειδητοποίησαν ότι κάποιος τους έριξε στο ποτό τα λάθος ναρκωτικά και εγένετο “Blood Nirvana”. Κιθάρες τρένα και ο Καρανικόλας διαβάζει 2000AD. Κόλαση. Ό,τι και να προσπαθούν να παίξουν σ’ αυτό το δίσκο τους κάθεται απίστευτα. Κανένα λάθος πουθενά. Ροκ. Επιτέλους. Ένα καινούριο τέρας που στάζει φωτιά. Συνεχίζουν με το Fuckhead Entropy. Που είναι καλύτερο. Πολύ καλύτερο. Άψογο. Μέχρι σήμερα αδυνατώ να συλλάβω το μέγεθος αυτών των συνθέσεων. Σε φάση κατάφεραν να αποστάξουν τη ροκ φόρμα και να φτιάξουν ένα τελείως δικό τους δηλητήριο, καλύτερο από οτιδήποτε κυκλοφορούσε. Συμβόλαιο σε πολυεθνική. Κάτι σήμαινε αυτό κάποτε. Subliminal“Παιδιά, γαμώ η ροκιά δε λέμε, αλλά να δούμε και κάτι άλλο τώρα, εντάξει;”. Και το καταφέρνουν κι αυτό. Ένα, δύο, τρία, δώδεκα απόλυτα διαφορετικά μεταξύ τους κομμάτια, πειραματικά, ξεχωριστά, καμία σχέση με ό,τι κυκλοφορούσε μέχρι τότε εκεί έξω, και μετά τέλος.
Οι Deus Ex Machina έχοντας ήδη το γαμάτο Motorpsycho στις βαλίτσες, πετάνε ένα Execute/Iraq ‘n’ Roll κι ένα Worlds Apart και αντίο ζωή. Τι να πεις, τι να πρωτοδιαλέξεις. Όλη μέρα σήμερα σιγοτραγουδούσα το “America”. To Grunge αφήνει το στίγμα του κι εδώ, οι Honeydive κυκλοφορούν το Frail του οποίου όλες οι συνθέσεις είναι επιεικώς καταπληκτικές. Από το πουθενά σκάει το Life After Death των Blackmail και δεν αλλάζει την πορεία της μουσικής, ως όφειλε. Με τους καταιγιστικούς ρυθμούς του, τα ασύλληπτης ευφυίας riffs του, όλα δένουν θαυμάσια, η παραγωγή είναι υποδειγματική, οι φανζινάδες χύνουν απ’ τ’ αυτχιά. Με φίλους κάνουμε την πρώτη tribute band της φάσης, παίζουμε το Execute, το The Drop, το Gone Gone Gone στη σχολική γιορτή του Πολυτεχνείου. Αρκετοί από κάτω ξέρουν τους στίχους.
Οι Ziggy Was από Θεσσαλονίκη μαζί με τους Bokomolech αποδεικνύουν ότι η ανθρωπότητα χρωστάει σ΄αυτή τη σκηνή. Της οφείλει την αναγνώριση. Οι Nightstalker πετάνε το Use, τον μοναδικό άξιο λόγου Stoner Rock δίσκο στην ιστορία του είδους. Έργο μεγατόνων. Οι Make Believe παίζονται στο Mtv, από τότε κολλάω με την Κατερίνα Τσάβαλου, οι Terminal Curve φτιάχνουν το πιο ενδιαφέρον χάρντκορ γενικά. Όλες μου οι οικονομίες γίνονται ή 7ιντσα, ή δίσκοι, ή κασέτες για ν’ αντιγράψω αυτά που αγοράζουν οι κολλητοί. Βλέπεις, δεν είναι η σημερινή φάση, δεν αγοράζαμε για να στηρίξουμε αυτό που συνέβαινε, πραγματικά αυτή ήταν η μουσική που μας άρεσε, το γράφω όσο πιο απλά γίνεται, αυτός ήταν ο ήχος που μας έκανε κάτι ρε. Αυτοί ήταν οι δικοί μας ροκ σταρζ, ξέραμε όλους τους στίχους από τα τραγούδια τους απέξω κι ανακατωτά, και εννοείται ότι δεν είχε να κάνει με καμία μαλακία εθνικής υπερηφάνειας και μπούρδες, ούτε καν. Χεστήκαμε δε για κάτι μικρόμυαλους που ξενέρωναν με την προφορά του ενός και του άλλου. Δεν κατάλαβαν τότε, δε θα καταλάβουν ποτέ.
Πως να το πω ρε, είτε ήμασταν σε λάιβ των Sonic Youth είτε των Honeydive ξέρω ‘γω, για μας το “μέγεθος” ήταν ένα και το αυτό. Ίδιο πράγμα. Τα μέσα μας έδιναν ίδιες ποσότητες αδρεναλίνης, η καρδιά χτυπούσε το ίδιο πιο γρήγορα, η καύλα ήταν η ίδια ακριβώς. Καταλαβαίνεις;
Toxic Babies in a Rock’n'Roll LandThe Thing from Another WorldAct Up, κι άλλες συλλογές. Συνεισφέραμε για να ανακαλύψουμε την καινούρια μπαντάρα που έσκασε τώρα. Τότε. Οι Dirty Thoughts. Οι Headquake. Οι Jesus Toy. Hitch Hyke, Studio II, Lazy Dog… Οι Closer, οι Sound Explosion. Το Torpedo των Rockin’ Bones. Ατελείωτη η λίστα. Δυστυχώς, όχι και η δεκαετία. Μετά ζόφος. Οι παλιοί και πάλι κρατάνε την καύλα ζωντανή. Η σκηνή γίνεται ποπ, άρα αδιάφορη. Λατρεύω το πρώτο των Earthbound. Τα αγαπημένα μου φανζίν. Το Fractal, το Merlin’s, το Β23, το Thing, το Overdub σταματάνε το ένα μετά το άλλο. Οι συντάκτες τους απορροφώνται σταδιακά από τα περιοδικά (μπλιαξ), από τα sites (τι μόδα κι αυτή τότε, καλά κρατεί και σήμερα) κι από τις κανονικές τους ζωές. Κάποιοι απ’ αυτούς αλλάζουν και γούστα. Εντάξει. Μεγάλα παιδιά πια. Και τι μένει;
Βασικά μένουμε εμείς. Αυτοί που ένιωσαν από τη φάση. Που έχουν επηρεαστεί. Που οι Common Sense τους είναι εξίσου απαραίτητοι όσο και οι Field Mice. Γιατί, για μας, στην ίδια κατηγορία ήταν όλοι αυτοί. Ό,τι γράφω και παραπάνω. Γιατί αυτά με τα οποία κολλάς ως έφηβος στη μουσική σε ακολουθούν για πάντα.  Κλισέ, το ξέρω, αλλά δεν παύει να είναι αλήθεια. Τι σκατά θέλετε τώρα όλοι εσείς οι προαναφερθέντες; Κανένα ευχαριστώ; Όχι ρε, άντε γαμηθείτε. Είστε οι καλύτεροι.
(Ευχαριστώ)

5/3/12
























29/2/12

Black Bananas - Rad Time Xpress IV

Κεφάλαιο 1ο: Royal Trux
Αγόρασα το "Cats and Dogs" στην τρυφερή ηλικία των δεκαπέντε... Μέσα στην κόλαση του grunge και το χάλι που ακολούθησε την αυτοκτονία του Cobain. Δεν τον κατάλαβα το δίσκο. Κόλλησα με πέντε - έξι κομμάτια τα οποία και συμπλήρωσα σε μια εξηντάρα κασέτα για να μην έχει κενό μετά το "Venus Luxure No 1, Baby" των Girls Against Boys και έφυγα για διακοπές. Ικαρία με τους γονείς. Ξέρω...
Σ' εκείνη την ηλικία ερωτήσεις όπως "τι μουσική ακούς;", "ποια είναι η αγαπημένη σου μπάντα" είναι σημαντικές. Είχα από μικρός αυτό το κόλλημα να ξεχωρίζω, να διαφέρω, χωρίς όμως να προσπαθώ ιδιαίτερα (με μωβ μαλλί ήμουν σκατά άλλωστε) κι όταν μου έκαναν τη δεύτερη από τις δύο ερωτήσεις απάντησα με μια φυσικότητα "Μα οι Royal Trux". Δεν μπορούσα να πω ούτε για τους Sonic Youth, ούτε για τους Jesus and Mary Chain, ούτε καν για τους Ministry. Όλοι αυτοί ήταν καβατζωμένοι. 
Και μετά από τη βαρυσήμαντη δήλωση έπρεπε κατά κάποιο τρόπο να τους λατρέψω. Ξανάκουσα το δίσκο που ήδη είχα στην κατοχή μου μέχρι που τον αποστήθισα και άρχισα ν' αγοράζω κι άλλους... Ο πρώτος που πραγματικά λάτρεψα ήταν το "Singles, Live, Unreleased"  του 1997. Ενώ όλα τα υπόλοιπα έργα τους έπασχαν από την ασθένεια του concept, αυτό ήταν τελείως ελεύθερο, συλλογή άλλωστε. Είχε και το "Shockwave Rider" το οποίο, με ένα περίεργο τρόπο, αποδείκνυε ότι αυτή η μπάντα είχε απεριόριστες δυνατότητες, ενώ παράλληλα σημάδεψε το μέλλον τους όσο κανένα άλλο. Πως; Θα επανέλθω σ' αυτό.
Τελικά, κατάλαβα. Τι έκαναν, ποιοι ήταν, που πήγαινε όλο αυτό. Και δημιουργήθηκε μία "σχέση". Έντυνα στιγμές με τη μουσική τους, τα στρώματα με τις πάντα συγκλονιστικές κιθάρες του Hagerty και τον καπνό απ' τα τσιγάρα της Jennifer. Και έγιναν η "αγαπημένη" μου μπάντα. Και με το που κυκλοφόρησε το τρομερά προσβάσιμο "Pound for Pound" το διέλυσαν...Το "Small Thief" να φανταστείς, άρεσε και στον τότε συγκάτοικό μου, ο οποίος άκουγε μόνο Nick Cave...
Δε θα μπω στη μαλακισμένη φάση "αισθάνθηκα προδομένος που τα παράτησαν" και αηδίες. Μία πίκρα έμεινε, όπως και να το κάνουμε. Έβλεπα μέλλον ακόμα. Το οποίο ήρθε...


Κεφάλαιο 2ο: Neil Michael Hagerty
Σε όλες τις φωτογραφίες που τον είχα δει, είχε το στόμα πάντα κλειστό. Χρειάστηκε ένα βίντεο να μου δείξει το γιατί. Η πρέζα του 'χε πάρει τα μισά δόντια. Γαμώ; Ροκεντρόλ; Όχι και τόσο. Επίσης ήταν, και είναι φαντάζομαι, απίστευτα νευρωτικός, υπερπροστατευτικός με την κάποτε σύντροφό του σε όλα και γενικά όσο αντι-Rockstar γίνεται... Ηρωίνη έπαιρνε με το βιβλιαράκι το ιατρικό στο προσκεφάλι για παν ενδεχόμενο. Εντάξει, δεν το λες και κακό αυτό.
Μετά τους Trux βοήθησε τον Ian Svenonious να κυκλοφορήσει τον καλύτερο δίσκο της καριέρας του, έστησε τους Howling Hex μόνο για να του παρέχουν τελικά ένα ακόμα καλλιτεχνικό ψευδώνυμο και τα γάμησε όλα. Όλα. 
Προσπάθησα να γουστάρω, αλλά όλη αυτή η ελιτίστικη - παύλα - μαλακισμένη προσέγγιση στην οποιαδήποτε σύνθεσή του με ξενέρωνε γάματα. Παρόλα αυτά τα ακούω όλα όσα βγάζει. Και πάντα απογοητεύομαι. Πάντα όμως...
Δεν ξέρω... Ακόμα περιμένω να δώσει αυτό το τεράστιο Fucked-Up Έπος από το πουθενά που θα είναι για τα πάντα, που η ξεκούρδιστη κιθάρα του επιτέλους θα υποδείξει με σαφήνεια την αλήθεια, είναι πολύ μεγάλος μουσικός, ρε πούστη, και δεν του πάει η αφάνεια. Ή μπορεί η δημιουργική του δεινότητα να περιορίστηκε στα χρόνια που ήταν υπό την επήρεια... Όχι της πρέζας. Της άλλης...  Τον καταλαβαίνω. Οι εθισμοί είναι που μας κάνουν σημαντικούς καλλιτέχνες. Που εξελίσσουν αυτό που προϋπάρχει. Και δε μιλάω μόνο για ναρκωτικά, ποτά, τσιγάρα κλπ.


Κεφάλαιο 3ο:  Jennifer Herrema
Ένας φίλος είχε παρατηρήσει κάποτε πόσο καλά κρατιόταν παρά το προκεχωρημένο της ηλικίας της και το πολλαπλό των καταχρήσεων. Σήμερα έχει γενέθλια. Το 'πιασες; Δε μεγαλώνει τόσο γρήγορα ένας άνθρωπος που έχει γενέθλια κάθε τέσσερα χρόνια.
Αν έπρεπε να σταθώ στο πλευρό κάποιου μετά το χωρισμό, θα ήταν στο δικό της. Όχι από κάποια μαλακισμένη αίσθηση ιπποτιζμού, θεωρώ απλά ότι έχουμε περισσότερα κοινά. Τα εξής δύο. Είμαστε και οι δύο φανατικοί υποστηρικτές του καπνίσματος και ζωγραφίζουμε. Αυτή γαμάτα, εγώ όχι. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.
Ο μοναδικός άξιος λόγου δίσκος που έβγαλε με τους RTX είναι ο πρώτος τους. Στο οποίο επισκέπτεται ξανά το "Shockwave Rider", έστω κρατώντας μόνο τους στίχους του. Το αριστούργημα της χρήσης του τότε πρωτοποριακού ProTools (αφού μπορεί να το κάνει ο βλάξ ο Beck γιατί όχι κι εμείς;) γίνεται rrrrawk με το ζόρι. Γιατί; Γιατί μπορούσε.  
Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω γιατί έπρεπε να γίνει η απόλυτη Glam Metal εκφραστής του σήμερα (το λέω με περίπλοκη ορολογία και καλά για να μην αρχίσω να ουρλιάζω πόσο σκατά μουσική βγάζει τα τελευταία χρόνια). Αυτό της έλειπε με τους Trux; Η ροκιά; Με την κακή έννοια κιόλας; Να κυλιέται στα πατώματα όσο μπετόβλακες σολάρουν ανελέητα πάνω σε αισχρά riffs κατακλεμμένα από τους ηλιθιοδέστερους, μακιγιαριζμένους, σεξιστές πανίβλακες που περπάτησαν στον πλανήτη; (Εεεεεε... Ο αγαπημένος μου καλλιτέχνης φοράει animal print κολλάν, έχει ξασμένο ξανθό μαλλί, βάφεται σαν πουτάνα και γαμάει την Pamela Anderson. Μισό...  Ξερνάω. Νταξ, τι λέγαμε;). Δεν ξέρω. Και μόνο ότι παίζει να πηδιέται με κάποιον από τους κυρίους της φωτογραφίας πάνω ψηλά ανακατεύομαι. Τουλάχιστον ας μην είναι αυτός με τη μπαντάνα ρε... 
Το απόλυτο icon girl, μ' αρέσει να χρησιμοποιώ φωτογραφίες της στα τοπ κάθε χρονιάς, δες εδώ, εδώ κι εδώ για του λόγου το αληθές. Το junkie chic, εφεύρεση του Calvin Klein. Γαμώ; Όσο δεν πάει.
Και μετά την ασύλληπτη κατρακύλα με τα μαλακισμένα που 'χει μπλέξει έσκασε μ' αυτό το δίσκο...


Κεφάλαιο 4ο: Black Bananas
Και καλά μόνο το όνομα άλλαξε. Αυτό πρέπει να πιστέψει το κοινό. Πρωτοάκουσα αυτό το δίσκο μια μέρα που αποφάσισα να μην πάω για δουλειά. Χωρίς να ενημερώσω κανένα. Έτσι, μου έσκασε. Δεν το μετάνιωσα, έχω χύσει τόσο αίμα και σπέρμα σ' αυτό το σκατογραφείο ώστε να μην έχω κυρώσεις ό,τι και να κάνω... Και μπόρεσα να αφιερωθώ στην ακρόαση. Και δεν το μετάνιωσα.
Έχει αυτή τη γαμημένη "ποικιλία", τις δυνατότητες ξανά, το κάτι να περιμένω στο μέλλον. Σίγουρα παίζει αρκετό fretboard gymnastics από τα ζώα, αλλά το παραβλέπω. Η παραγωγή είναι τόσο γαμημένη, όπως τον παλιό καλό καιρό. Και η φωνή της... Θα μου πεις και στα άλλα εκεί είναι, εδώ όμως αποφασίζει να κάνει κάτι άλλο. Κάτι εμπνευσμένο. Αποφασίζει ξανά να καπνίσει, να μην ερμηνεύσει. να πάρει ότι μαλακία τη σημάδεψε στη ζωή της και να μπει από πάνω του υπερισχύοντας. Και να κάνει το "Shockwave Rider" δίσκο ολόκληρο, αφού μπορεί. Ακόμα. Να πειραματιστεί με τα πάντα γιατί της είναι τόσο γαμημένα εύκολο που καταντάει αστείο.  
Κόλλησε... Δεν ξέρω, ίσως να της χρωστάω ένα "δίσκος της χρονιάς"... Ίσως... Θα δούμε.


Σεντόνι, μαλάκα... Εντάξει, γενέθλια έχει. Γάμα το, της αξίζει.   

26/2/12

Shoppers/Panzram - Split 7"

Οι Shoppers ήταν η μπάντα για την οποία δεν κατάφερα να γράψω λέξη πέρυσι, παρόλα αυτά με εντυπωσίασε όσο λίγες. Queer Punk φάση και καλά, έτσι τους σπρώχνουν, δε με χαλάει, πολλές από τις αγαπημένες μου μπάντες έχουν χωθεί κάτω απ' αυτή την ταμπέλα η οποία δε λέει απολύτως τίποτα. Στην πραγματικότητα παίζουν το ευρηματικότερο Post Punk (με ολίγη από Post Hardcore) που άκουσα όλο το '11. Και το "Silver Year" παίζει να είναι ίσως ο πιο "δύσκολος" από τους δίσκους που κυκλοφόρησαν πέρυσι. Απίστευτο grower βέβαια.
Πάντα θεωρούσα ότι το "ροκ" γενικά, μπορεί να έχει εξέλιξη αν αφεθεί η σύνθεση σε χέρια που πραγματικά θέλουν να κάνουν κάτι μ' αυτή. Χωρίς, βέβαια, να καταλήξει σε prog rock Μπούρδες... Καλά, δεν πάει πουθενά αυτό, άστο.
Λοιπόν, οι Shoppers με κολλάνε γιατί μου θυμίζουν Spitboy τρελά. Ή μάλλον και γι' αυτό. Spitboy και Ut. Με κάτι από Shoppers. Ρε έχουν πολύ ξεχωριστό ήχο, δεν καταλαβαίνεις... Σε φάση δεν μπορώ να καταλάβω πως το κάνουν. Πως πάνε το κομμάτι από το ένα σημείο στο άλλο. Χωρίς να τους θυμίζουν στο ελάχιστο, το ίδιο έκαναν κάποτε και οι Fugazi. Με μπέρδευαν. Ξεκινούσαν κάτι και δεν ήξερες ποτέ που θα το πάνε...
Δε σ' έχω πείσει ακόμα; Καλύτερα. Είναι δικιά μου φάση αυτές (και ο τύπος). Δεν είναι για 'σένα.
Έχω το κλασσικό πρόβλημα με τις πανκ μπάντες... Συνήθως όταν σκάει κάτι ξεχωριστό, κάτι ουσιαστικό στο εν λόγω scene, χάνω τα λόγια μου. Δε βρίσκω να γράψω τίποτα, σοβαρά. Στην indie φάση χέστηκα, θα πετάξω πέντε επιρροές, άντε και κάνα κειμενάκι έτσι περίεργο, ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσαμε. Όταν όμως το "προϊόν" είναι απόλυτα "αυθεντικό", βγαίνει απ' την καρδιά και όχι από την κονσόλα, όλα ανατρέπονται. Γάμησέ τα... Τέλος πάντων.
Α ναι, είναι και οι Panzram... Νταξει, αξιόλογο down-tuned post hardcore που άκουγα πολύ πριν δέκα χρόνια και τώρα μισοτσεκάρω με συμπάθεια. Καλοί είναι. Οργισμένοι κι έτσι. Μια χαρά. 

22/2/12

Ceremony - Zoo

Διάβαζα στο μπλογκ ενός τύπου τώρα, αμερικανόβλαχος, γύρω στα σαράντα, ότι και καλά έφτασε να 'ναι τόσο γέρος και σιχαμένος και ακόμα είναι κολλημένος μ' αυτή τη μουσική, αγοράζει τα εφτάρια, πηγαίνει στα live, ανακαλύπτει καινούριες μπάντες, στη συγκεκριμένη σκηνή μάλιστα τυγχάνει να 'ναι και τρελά βραχύβιες. Συγκρότημα με δύο δίσκους σε πέντε χρόνια στο ενεργητικό του θεωρείται κλασσικό. Και μη χειρότερα. 
Α, ναι, στο πανκ αναφέρομαι...
Θλιβερός ο τύπος; Όχι ακριβώς... Τον καταλαβαίνω εν μέρει. Βασικά έχω χρόνια να παρακολουθήσω το performance οποιασδήποτε μπάντας πλησιέστερα των είκοσι μέτρων από τη σκηνή. Δεν μπορώ την αντρίλα, τον ιδρώτα, τις ανάσες, τους αδέξιους χορούς, τις κατά λάθος - εξεπίτηδες αγκωνιές, τα stage-divings, τα All-Star που έρχονται απ' το πουθενά και σημαδεύουν τα μούτρα μου, τα mosh-pits, τα arm-pits, όλο αυτό το χάλι τέλος πάντων. Προτιμώ ν' αράζω πίσω, στη φάση μου, με το ποτό και το τσιγάρο μου. Un-πανκ ε; Δε θα διαφωνήσω...
Οι Ceremony στο "Zoo", λοιπόν, είναι ακριβώς αυτό. Τι ποιο; Καλά, ας το εξηγήσω λίγο... Απίστευτα καλύτεροι στα πιο αργά από τα γρήγορα κομμάτια τους, αρνούνται να αποβάλλουν την πανκίλα (να την προδώσουν ίσως να ήταν πιο ταιριαστή λέξη), κι ας τους έχει κερδίσει από καιρό η "ωριμότητα". Εντάξει είναι και Καλιφορνέζοι. Αυτοί οι της περιοχής ή θα έγραφαν τα πάντα στ' αρχίδια τους και θα έπαιζαν ό,τι τους καυλώσει ή θα είχαν συμβόλαιο στη Fat Wreck Chords...
Δεν ξέρω τι είδε η Matador και τους υπέγραψε, μάλλον μάντεψε τη λαχτάρα των πιο ηλικιωμένων πανκς για κάτι "δικό τους". Καλό είναι αυτό, μην το παίρνεις στραβά.
Το κακό είναι άλλο. Αν μου πετούσαν ένα EP μόνο με τα άρρωστα, τα πιο αργά, τα πιο POST πανκ, θα είχα κολλήσει τ' αυτιά μου για πολύ καιρό. Το άφηνα να παίζει, για παράδειγμα, και μόλις μπήκε το "Nosebleed" γύρισα το κεφάλι απότομα. Για ν' ακούσω. Να δώσω σημασία. Και μετά πήγα προς τα πίσω. Και το λάτρεψα, αλλά γι' αυτό που είναι. Η χρυσή τομή. Ένας εξαιρετικός πανκ (δε χορταίνω να τη γράφω αυτή τη λέξη) δίσκος. Για ανθρώπους όμως που το 'χουν λιώσει το είδος. Που ξέρουν που μπορεί και που έχει φτάσει και πόσο απαραίτητο είναι σήμερα να βγαίνουν ακόμα τέτοια πράγματα. Γι' αυτούς. Για 'μένα. Για τα 17χρονα θα υπάρχουν πάντα οι Exploited.

17/2/12

Pop. 1280 - The Horror

Εικόνα πρώτη: Η τύπισσα που ξεπροβάλλει από την κουρτίνα του μπάνιου, ολόγυμνη, προσπαθήσεις να κρατήσεις το βλέμμα σου στα μάτια της, αλλά το γαμημένο χαμηλώνει. Και σταματάει τελικά στο όπλο στο χέρι της.
Εικόνα δεύτερη: Ο αναπτήρας κάτω από το κουταλάκι και το υγρό μέσα του να αφρίζει. Η ελπίδα ότι για λίγες ώρες θα είναι όλα λευκά.
Εικόνα τρίτη: Ένα χέρι να κρέμεται άψυχο μέσα στα στάχυα, στο βάθος, θολό, ένα άδειο βλέμμα. Πιο πέρα μόλις που διακρίνεις μια ανθρώπινη φιγούρα να ξεμακραίνει.
Εικόνα τέταρτη: Ο στρουμπουλός κύριος, πεσμένος στα τέσσερα, η δερμάτινη μάσκα που φοράει σε αποτρέπει από τον αναγνωρίσεις, τυχαία από το μυαλό σου περνάει η φάτσα του μοναχικού τραπεζικού υπαλλήλου που μένει στον τρίτο, τα μάτια του είναι γεμάτα δάκρυα και προσμονή. Η δερμάτινη μπότα μπροστά στ' αρχίδια του λάμπει. 
Εικόνα πέμπτη: Ο άντρας με γυναικεία ρούχα που κατουράει όρθιος στον τοίχο, είναι γυρισμένος προς το μέρος σου. Το τσιγάρο στο στόμα του είναι λερωμένο με κραγιόν. Σου κλείνει το μάτι.
Εικόνα έκτη: Εσύ, μπροστά στον καθρέφτη, γυμνός, προσπαθείς να μιμηθείς το Macauley Caulkin στη χαρακτηριστική πόζα του στο "Μόνος στο σπίτι". Το αποτέλεσμα δεν είναι αστείο. Φταίνε οι μαύροι κύκλοι στα μάτια σου, το ασπράδι τους κατακόκκινο, τα γκρίζα και αραιά μαλλιά σου, τα σκισμένα από το κρύο χείλια σου, το αγύμναστο και ξερακιανό σώμα σου, τα φαγωμένα νύχια σου, τα ξερατά στην κοιλιά σου.
Εικόνα έβδομη: Ο ηγέτης μιας θρησκείας που υμνεί το μίσος στο κέντρο και γύρω τα μέλη της "οικογένειάς" του, κρατάνε όπλα. Όλοι κοιτάνε την κάμερα και από πίσω τους ένας σταυρωμένος λιπόσαρκος, βρώμικος, ξεδοντιάρης, η μπογιά ξεφτισμένη αλλά το αίμα από τις πληγές του μοιάζει αληθινό. Κανείς δεν είναι πάνω από είκοσι χρονών.
Εικόνα όγδοη: Εγώ. Σε φωτογραφία. Πάνω σε ένα τραπέζι. Φοράω τα τεράστια μαύρα γυαλιά μου, τσιγάρο στο στόμα, φουλάρι ροζ (ροζ;!;!;), σκισμένη μπλούζα και γελάω. Στο βάθος αχνοφαίνεται μια γυναίκα με το πρόσωπο μέσα στα χέρια της.
Εικόνα ένατη: Η Αθήνα καίγεται. Οι καμμένοι είμαστε εμείς...