31/12/25

Πλούσιοι και Φτωχοί πεθαίνουν, και στο ίδιο χώμα μπαίνουν


Άλλη μια οριακά μη παραγωγική χρονιά φτάνει προς το τέλος της. Ούτε βιβλία, ούτε μουσική, ούτε τίποτα, μόνο δουλειά και κοινωνικές συναναστροφές εντός των οποίων αισθάνομαι όλο και πιο ξένος. Παρόλα αυτά τα αριστερομίζερα είμαι γάματα ικανοποιημένος με ό,τι βγήκε,  Έφτιαξα ήδη μία λίστα για το Lung περίπου ένα μήνα πριν, η οποία επαναλαμβάνεται με μερικές προσθήκες (και κάτι ψιλο-αφαιρέσεις, sorry, Geese, you are too boring μετά την τέταρτη-πέμπτη ακρόαση) στη συνέχεια:

  1. The Armed - THE FUTURE IS HERE AND EVERYTHING NEEDS TO BE DESTROYED: ο αναμενομενότερος δίσκος στην αναμενομενότερη θέση. Τους λατρεύω περισσότερο από οτιδήποτε έχει κρεμάσει κιθάρα στον λαιμό του τα τελευταία χρόνια, δεν θα απολογηθώ καν. Ακόμα ένα τεραστίων διαστάσεων αριστούργημα, όποιος δεν "ένιωσε", απλά δεν ασχολείται σοβαρά με το όλο "καινούρια (πραγματικά καινούρια όμως) μουσική" θέμα.
  2. Turnstile - Never Enough: Αυτό το έργο έσκασε σαν remastered επανακυκλοφορία όσων έχω αγαπήσει στο πανκ. Την τραχύτητα, το groove που σκάει ανέλπιστα, τα hooks που σε χτυπάνε στο στομάχι, τους πειραματισμούς.
  3. The Moonlandingz - No Rocket Required: Λατρεύω και τους Fat White Family. Τόσο πολύ που διάβασα και το βιβλίο του Lias. Συγκλονιστικό απλά. Nτάξει, ίσως όχι συγκλονιστικό, αυτό ήταν του Brett Anderson. Αναμφισβήτητα συναρπαστικό και διασκεδαστικό ανάγνωσμα. 
  4. Ho99o9 - Tomorrow we escape: Για να κλείσει η πιο προβλέψιμη πρωτοτετράδα, για όποιον τέλος πάντων διαβάζει ετούτο ή έκατσε ποτέ μαζί μου για ποτό. Ή τσιγάρο. Ή είχε όρεξη για κουβέντα στη στάση του λεωφορείου.
  5. Baxter Dury - Albarone: η επιτομή του cool και τα σχετικά, laid back ρυθμοί πλαισιώνουν σχεδόν intense ερμηνείες και ναι, κοντεύω να ξεχάσω τα ελληνικά μου.
  6. Scowl - Are We All Angels: Υπήρξε μια στιγμή στα '90s, όπου βγαίνοντας από τη λυτρωτική μιζέρια του grunge, χώθηκα στην εξαγνιστική βαρβαρότητα του hardcore εκείνης και της προηγούμενης δεκαετίας. Όταν τελείωσε και αυτή η βόλτα αποφάσισα να τσεκάρω τι έπαιζε εκείνη την εποχή στα κασετόφωνα των ομοίων μου. Όλοι χοροπήδαγαν με δίσκους της Epitaph, το κλασσικό πλέον pop punk. Το οποίο αν ήταν καλό, θα ακουγόταν σαν τους Scowl.
  7. Insecure Men - A man for all seasons: Επειδή οι FWF, ναι, πάλι αυτοί, εκτός του Lias είναι και ο Saul, με την εμμονή ό,τι υπέροχο κάνει να ακούγεται σκατένιο, τέλος πάντων, ναι, μαγεία, πλήρης, ανόθευτη.
  8. Black Eyes - Hostile Design: Εντυπωσιακά καλός δίσκος στη Dischord; Κατά πως φαίνεται κάπου κάπου βγαίνει κι από κανένας. Ο γνωστός ο ήχος από τα '90s με dub και ρεμπέτικα. Γάμησέ τα, ο Albini θα ήταν τρισευτυχισμένος. 
  9. Suede - Antidepressants: η βροχή αναμνήσεων από τα '90s συνεχίζεται. Οι Suede δεν έχουν βγάλει κακό δίσκο από τη μέρα που επανασυνδέσθηκαν για τα καλά, έχουν και ένα αριστούργημα μέσα σε αυτούς. Δεν είναι το φετινό, αλλά είναι τόσο μα τόσο κοντά.
  10. Greentea Peng - Tell dem it's sunny: Δεδομένου ότι όλος ο πλανήτης ακούει κάτι σαν r'n'b κι εγώ έχω κολλήσει με old school reggae, η προσπάθειά μου να συμβαδίσω με τα τρέχοντα με έριξε σε αυτό το έργο. Είναι δε βέβαιο ότι η διαχρονικότητά του είναι δυσανάλογη της ελλείψεως επίδειξης τροφαντών οπισθίων από την καλλιτέχνη που το υπογράφει. 
  11. Crippling Alcoholism - Camgirl: Η μπάντα με το καλύτερο όνομα στην ιστορία των ονομάτων μπαντών επιστρέφει, gothier than fuck, χωρίς μολύβι γύρω από τα μάτια, χωρίς να φοράει μαύρα ή δερμάτινα καν, και παραδίδει μαθήματα στους επίδοξους princes of darkness, με κάτι ακόμα πιο σκοτεινό και βαρύ.
  12. Deki Alem - Forget in Mass: Όταν χαζεύεις στο Mixmag για οτιδήποτε, σου σκάει και κανένα αριστούργημα. Drum 'n' Bass, Gorillaz, old school Trip Hop, όλα μαζεμένα σε ένα σύνολο που δουλεύει απίστευτα τόσο στο τιμόνι, όσο και μέσα σε λεωφορεία, μετρό κλπ.  
  13. Bassvictim - ForeverWitch House for Witchy Number 13. 15 χρόν1α μ:τά τ0 ε16ος π0υ 0λ01 λ@τρ:υ@ν να μ1σ0υν ακ0υγετ@ι μ1@ χ@ρ@ ΟΛΟΦΡΕΣΚΟ. Έτσι, να σκάνε οι οχτροί μας.
  14. Humour - Learning Greek: η νέα γενιά ρόκερζ έχει γαλουχηθεί στα video του youtube αντί της μανιώδους συλλογής δίσκων, οι οποίοι έπαιζαν τριάντα φορές. Δεν υπάρχουν σαφείς σκηνές, ο καθένας τραβάει ό,τι θέλει από όπου θέλει και κάνει ό,τι θέλει. Έχει το ενδιαφέρον του αυτό. Ετούτοι παίζουν πανκ όπως τους το έχουν αφηγηθεί live videos των Fugazi, των 1905 και των Damned. Ε, και το αποτέλεσμα είναι σίγουρα διαφορετικό, ενίοτε μαγικό.
  15. Tropical Fuck Storm - Fairyland Codex: Μου τα έσκασε προς το τέλος της χρονιάς, είναι βέβαιο ότι αν μου ερχόταν νωρίτερα θα ήταν σε πολύ υψηλότερη θέση. Είναι επίσης βέβαιο ότι θα το ακούω για χρόνια και χρόνια μετά, όπως τα προηγούμενά τους.
  16. Wedding Present - Maxi EP: Μεγαλούτσικο για EP, υπερβολικά καλό για να λογιστεί ως τέτοιο. Ξαναβρέθηκα στα '90s και σε ό,τι μου άρεσε σε αυτά, τοποθετημένα σε κουτάκια με εκπλήξεις. Τέλειο από την αρχή μέχρι το τέλος.
  17. The Sonoras MilDicen que la Muerte murió: Μου λείπουν οι Mano Negra και κολλάω με μπάντες που φαίνεται να περνάνε καλά στο μούλτι κούλτι τους. Το προηγούμενό τους ήταν καλύτερο πάντως.
  18. Pupil Slicer - Fleshwork: τόσο μέταλ όσο πρέπει. Πραγματικά, δεν χρειάζεται παραπάνω. Math Rock λένε ότι παίζουν. Εντάξει, ΟΧΙ, αλλά έχουν actual ενδιαφέρον.
  19. The Wytches - Talking Machine: old school heavy psychedelic rock, γιατί μια μέρα ξύπνησες και στο τασάκι είχε μισό μπάφο από χτες.
  20. CourtingLust for Life, Or: 'How To Thread The Needle And Come Out The Other Side To Tell The Story': τεράστιος τίτλος, περίεργος δίσκος. Indie. Αλλά από αυτό που έχει ενδιαφέρον, όπως στα '90s, που μερικοί δίσκοι ακούγονταν μεν σαν τους άλλους, αλλά "καινούριοι". Πως ήταν το ομώνυμο των Blur; Ή ακόμα καλύτερα το 13; Ε, κάπως έτσι.

7/9/25

We are the stars of the firing line


Τον τελευταίο καιρό προσπαθώ να αξιολογήσω τα κιθαριστικά μέρη του Richard Oakes, αφού ανέλαβε τα ηνία μετά την αποχώρηση του, ομολογουμένως αδιανόητα ευρηματικού, απόλυτα αυτοδίδακτου, Bernard Butler. Δεν παίζει να υπάρχει άνθρωπος που δεν θα συμφωνήσει ότι ο πρώτος εξ' αυτών είναι κατά τι κατώτερος του δεύτερου. Ακόμα και ο Brett Anderson θα το παραδεχόταν, εντάξει, ίσως λίγο ανόρεχτα. 

Συνήθως για το τι θα γράψεις/συνθέσεις/δημιουργήσεις, ευθύνονται οι κατά καιρούς δάσκαλοί σου. Ο Bernard ας πούμε, έπιασε σε κάποια φάση μια κιθάρα και κάθισε και έβγαλε με το αυτί όλα τα τραγούδια των Smiths. Από μόνος του σχολείο ο Johnny Marr. Σίγουρα έβγαλε και μερικά άλλα, σε κάθε περίπτωση όμως είχε όλο τον χρόνο στη διάθεσή του να κάτσει να ταλαιπωρηθεί, να βρει "τον ήχο του", να τον μελετήσει και εν τέλει να τον μετουσιώσει σε κάτι δικό του. Μια ταυτότητα. 

Ο Richard πάλι, είχε δάσκαλο αυτόν που αντικατέστησε, υπήρξε εξαιρετικός μαθητής, αλλά το να παίξει τα μέρη αυτά, του ωδείου καθώς ήταν, υπήρξε εύκολο για εκείνον. Στα μόλις δεκαεπτά του δε, όταν τον ξεχώρισαν οι Suede και του έδωσαν τον ρόλο που τον ακολουθεί μέχρι και σήμερα, ήταν αδύνατο να του επιτραπεί να αναπτύξει μια προσωπικότητα στην εξάχορδη, ή έστω μια στοιχειώδη σχέση με τον εξοπλισμό του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν οι overdriven, ζαχαροfuzzy, τσιριχτές - οριακά εκνευριστικές - κιθάρες (αυτή η απαράδεκτη χρήση του flanger, απλά όχι, όχι, όχι) που ακολούθησαν το αριστούργημα με τίτλο Dog Man Star. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, αυτό που έκανε τους Suede "brit pop" και ίσως τους έσωσε κιόλας, ήταν η απώλεια του όγκου στις κιθάρες, που με σχετική ευκολία απέδιδε ο Butler, ακόμα και παίζοντας στις ψιλές χορδές. Κατέβασα κάτι ταμπλατούρες (ακόμα με ταλαιπωρεί το Animal Nitrate, το Wild Ones είναι άπιαστο όνειρο) και είναι εύκολο να εντοπίσει ακόμα κι ένας άσχετος (εγώ) πως το έκανε. Με μία καταδική του προσέγγιση, ακόμα και οι χορδές που δεν ακούγονται, παίζονται με τέτοιο τρόπο που ενισχύουν το wall of sound, κάτι που ακούγεται ακόμα κι αν δεν συνδέσεις την εξάχορδη στον ενισχυτή. Θεός ο τύπος.

Πηγαίνοντας μερικά, ψέματα, αρκετά χρόνια πίσω, ακολούθως και της προσφάτου ολοκλήρωσης του Coal Black Mornings, του πρώτου εκ των δύο αυτοβιογραφικών βιβλίων του Anderson, βρέθηκα κάπως στην εποχή που το MTV ήταν το μοναδικό μέσο, εντάξει, το κύριο μέσο επικοινωνίας μουσικών με το απειροκέφαλο θεωρητικά κοινό τους. Στις συνεντεύξεις αυτοκαταστροφικών μαλλιάδων από το Seattle, έσκασε σε κάποια φάση μία εύθραυστη παρουσία, που στα μάτια των νεαρών τηλεθεατών δεν θύμιζε τίποτα από το παρελθόν, δεν έμοιαζε σε τίποτα από το παρόν. Τη συνομιλία διέκοπταν μέρη από τα βίντεό τους μέχρι εκείνη τη στιγμή, που, για καλή μας τύχη, είχαν αρκετά σκληρές κιθάρες, ώστε να συνεχίσουμε να παρακολουθούμε. Θυμάμαι ακόμα και να υιοθετώ τη χωρίστρα του, για μικρή διάρκεια, περίπου μέχρι να φτάσω στο σχολείο και μέχρι το πρώτο διάλειμμα. Μήνες μετά στα εξώφυλλα των φυλλάδων στο περίπτερο με τα ξενόγλωσσα έντυπα, φιγουράριζε παντού η λέξη "britpop", περιγράφοντας μια σκηνή στα σπάργανα, αρκετά diverse ηχητικά στις αρχές της, όπως όλες οι άλλες που προηγήθηκαν αυτής. Η σχετική "χαρά" που την περιέγραφε (όχι τους Suede, που ουσιαστικά σηματοδότησαν την αρχή της) υπήρξε η έναρξη του πάρτυ για τους έφηβους των '90s, παρότι οι πρωταγωνιστές της δεν περνούσαν και πολύ καλύτερα από τους αμερικάνους συναδέλφους τους (μυθικό πρεζοζεύγαρο η Justine και ο Damon). Εκτός από τους Oasis, αλλά αυτοί δεν μετράνε γιατί αναίσθητοι βλάκες ήταν, αναίσθητοι βλάκες είναι. Τα δε τραγούδια τους είναι και τα πιο εύκολα για οποιονδήποτε θέλει να εντυπωσιάσει τα κορίτσια γύρω από τη φωτιά στην παραλία του Πλαταμώνα (ήθελε τέλος πάντων, τώρα ραπάρουν είτε ψυχαναλυτικές είτε μισογύνικες ρίμες, καθείς εφ' ω ετάχθη).

Στο μεταξύ, εντόπισα ότι είχα ξαναγράψει για τους Suede πριν από κάμποσα χρόνια, την εποχή των πολλών σχολίων και των αποσιωπητικών (...), με το δε κείμενο με βρίσκω σήμερα να διαφωνώ. Με το δεύτερο έργο της τετράδας έχει αλλάξει η σχέση μου πλέον, το βρίσκω αδιανόητα καλύτερο από το πρώτο και από ό,τι έβγαλαν γενικά. Όχι μόνο σαν σύνολο, αλλά και κάθε κομμάτι του ξεχωριστά. Σε άλλο άρθρο, έκραζα με παιδική αφέλεια το είδος που με τόση σιχαμάρα υπηρέτησαν. Μετά την παρακολούθηση 7 - 8 ντοκυμαντέρ, την ανάγνωση ισάριθμων βιβλίων για το ίδιο θέμα, τη θέαση του εσωτερικού ενός συρταριού ντουλάπας γεμάτου ριγέ μπλουζάκια τα οποία δεν με χωράνε πια αλλά τα κρατάω μπας και, έχω αναθεωρήσει, τουλάχιστον για αυτή τη βδομάδα. Τι σου είναι η ενηλικίωση, βρε παιδάκι μου.

Intermission: να υπενθυμίζουμε από καιρού εις καιρόν ότι η αυτοαναφορικότητα σκότωσε τα blogs γι' αυτό και συνεχίζουμε με τον ίδιο τρόπο, αποκλείοντας κάθε πιθανότητα ανάστασής τους. 

Πίσω στις εξάχορδες, και με όσο φιλότιμο τις βασάνισε ο Oakes στα '90s, ακόμα και το στήσιμο στη σκηνή του άλλου έπρεπε να αντγράψει ο κακομοίρης, φτάνουμε στο σήμερα, στην επανασύνδεση με τους παλαιούς του συντρόφους και συνκαταναλωτές ναρκωτικών ουσιών, all sobered up πλέον. Του δόθηκε, λοιπόν, από το 2010 (;), 2011 (;), η ευκαιρία να ξεπεράσει το είδωλό του, να λάμψει στις νέες συνθέσεις, αρκετές από τις οποίος υπογράφει ο ίδιος. Και τι κάνει; Παραμένει επαρκής. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο. Βεβαίως, τα μέρη του είναι δύσκολα, σχετικά περίπλοκα, αλλά καθόλου ευρηματικά. Δουλεύουν στη σύνθεση, καμία αντίρρηση, αλλά δεν ξεχωρίζουν, ο Anderson παραμένει ο μπροστάρης όλου αυτού, τα βλέμματα είναι μονίμως στραμμένα πάνω του, κανείς δεν ψήνεται να βγάλει το Filmstar στην κιθάρα μέχρι σήμερα. Ίσως αυτό να ήταν το σχέδιο μετά το κλείσιμο του Still life, να υπηρετηθεί το όραμα του βρετανικού τύπου, όλοι να δείχνουν κουλ ενδεδυμένοι τη Union Jack, το εξαγώγιμο προϊόν να είναι όσο το δυνατόν πιο ενιαίο και εύπεπτο. Είναι κι αυτός ο Neil Codling, στο μεταξύ, έχει μια φάτσα που είναι σαν να λέει συνέχεια "θα μπορούσαμε και καλύτερα". 

Να διευκρινίσω εδώ, ότι οι δίσκοι που ακολούθησαν την επανασύνδεση μου άρεσαν αρκετά, με απόλυτο peak το Blue Hour, όπου φάνηκε ότι έχουν ακόμα να δώσουν πολλά, μα πάρα πολλά στους τεθλιμμένους, αιώνιους και αιωνίως ταλαιπωρημένους έφηβους. Ακόμα κι ο φετινός, κι ας φλερτάρει με το post punk, το (non) είδος που λάτρευα και με έχει κουράσει όσο κανένα. 

Συνοψίζοντας, η αυταπόδεικτη ποιότητά τους, τους καθιστά τους μοναδικούς από τα υπέρλαμπρα βρετανικά αστέρια των '90s, που μπορούν να καυχηθούν ότι ακόμα και σήμερα έχουν "καριέρα". Οι Blur ακούγονται μπερδεμένοι, οι Pulp ολόιδιοι μα κουρασμένοι, τα αδέρφια από το Manchester εξίσου βαρετοί και τυχαίοι με τότε, μένει να προσπαθήσουν κι αυτοί να ξαναμπούν στο studio για να γελάσει επιτέλους και ο τελευταίος, αυτός που γελά καλύτερα από όλους.  

2/9/25

The Insects Have Been Shat On



Το τρέχον έτος παίζει να σημάνει την επανεκκίνηση της αγάπης μου για το Indie rock. Pop. Indie σκέτο. Εντάξει, στην κορυφή το τοπ (spoiler alert) πάλι The Armed θα έχει, εντούτοις οι κυκλοφορίες που εντάσσονται στο λαοφιλές είδος έχουν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον μου. Αλήθεια. Ούτε hardcore δυναμίτες, ούτε επανεκδόσεις reggae αριστουργημάτων, ούτε σύγχρονοι εκφραστές του Drum 'n' Bass. Μόνο κιθάρες γλυκούλικες, θεσπέσια φωνητικά και εξαιρετικοί στίχοι. Εν ολίγοις, αναστήθηκαν οι Pulp βλέποντας ότι ο ανταγωνισμός έχει δυσκολέψει τη φάση.

Πλέον των ανακαλύψεων, που δεν ήταν και λίγες, η χρονιά σημαδεύτηκε από επιστροφές πολυαναμενόμενες, με νέες προτάσεις και τα σχετικά. (Δεύτερο spoiler alert) Σχεδόν στο σύνολό τους απογοήτευσαν. Πρώτα και κύρια οι Wet Leg. Το δεύτερο πόνημά τους, τους βρίσκει κουρασμένους (αρνούμαι να βάλω @ στις καταλήξεις, γιατί είναι χαζό), με δύο (2) το πολύ μέτρια κομμάτια να προσπαθούν να σπρώξουν ένα σύνολο fillers με ψιλο-χάλια εξώφυλλο. Μετά, οι Tubs. Η ελιτίστικη indieλα του προηγούμενου album τους, επέστρεψε μονότονη, με κάτι ανθυποπροσπάθειες να διαφοροποιηθούν τα φωνητικά από τη σχολή των Wedding Present. Κρατώ μικρό καλάθι, βέβαια, ίσως με τον χρόνο να αλλάξω άποψη, γιατί κιθάρες που να πάρει, αλλά προς το παρόν στα Μέσα Μαζικής Συγκοινωνίας (εξαιρετική μέθοδος σύνταξης εμπεριστατωμένης κριτικής) το σύνολο δεν δουλεύει και είναι αρκετά ενδεικτικό της ποιότητας. Οι Franz Ferdinand - ω ναι - είχαν μια σχετικά ενδιαφέρουσα προτασούλα, αλλά το ότι αποφάσισαν να εντάξουν "ελληνικά" στοιχεία στον ήχο τους, μπορεί να τους έκαμε να ακούγονται exotic στις Αγγλετέρες, αλλά προσωπικά με ξενέρωσε σε βαθμό αηδίας. Ο Jim Bob των κάποτε Carter the Unstoppable Sex Machine έβγαλε δύο (!) δίσκους, νομίζω όμως ότι τα χρονάκια του του στέρησαν το οξύ από τους στίχους. Οι Suede στον τελευταίο δίσκο παίζουν post punk και ομολογώ ότι δεν με χάλασε καθόλου. Διάβασα και το πρώτο βιβλίο του Brett Anderson στις ολιγοήμερες διακοπές, άρα παίζει να είμαι λίγο προκατειλημμένος, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ. Τι άλλο; Των Allo Darlin' ήταν χαριτωμένο, όπως και των Stereolab, απλά δεν βλέπω το νόημα. Ίσως κάποιος άλλος να το χρειαζόταν. Έβγαλαν και οι Pulp το κατιτίς τους. Ας γράψει κανένας άλλος γι' αυτό καλύτερα. 

Σαν απόλυτο φως στους επιστρέφοντες, στέκεται το πρόσφατο έργο των Moonlandingz, προσωπικού οχήματος έκφρασης του Lias Saoudi των Fat White Family. Είναι τέλειο. Τόσο απλά. Θέλει να διώξει τους The Armed από την κορυφή. Σα δεν ντρέπεται.